search icon

Γνώμες

Αντέχουμε τη θύελλα των υψηλών επιτοκίων;

Θα χρειαστεί να ζήσουμε αρκετά με τον πληθωρισμό, καθώς έχει ευρύτερη βάση και οι πιέσεις δεν θα τερματιστούν δια μαγείας, ακόμη κι αν επαληθευτούν τα πιο θετικά σενάρια για τις εξελίξεις

Η ΕΚΤ συνεδριάζει σήμερα και την Πέμπτη, με τους περισσότερους αναλυτές να προεξοφλούν αύξηση των επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης. Με τον πληθωρισμό σε διψήφια ποσοστά, η ΕΚΤ έκανε δυο μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο και ετοιμάζεται τώρα για μια τρίτη, ώστε να δώσει το στίγμα ότι η νομισματική πολιτική θα είναι αυστηρή.

Την ίδια στιγμή πληθαίνουν οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων πως ο πληθωρισμός είναι κοντά στο σημείο κορύφωσης και προβλέπουν πως η άνοδος των επιτοκίων θα συντελεστεί με ηπιότερους ρυθμούς στις επόμενες συνεδριάσεις της κεντρικής τράπεζας. Στην κατεύθυνση αυτή βοηθά και η πρόσφατη αποκλιμάκωση των τιμών στο φυσικό αέριο (αν αποδειχθεί διατηρήσιμη) κι εφόσον φυσικά δεν έχουμε άλλες επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ωστόσο, θα χρειαστεί να ζήσουμε αρκετά με τον πληθωρισμό, καθώς έχει ευρύτερη βάση και οι πιέσεις δεν θα τερματιστούν δια μαγείας, ακόμη κι αν επαληθευτούν τα πιο θετικά σενάρια για τις εξελίξεις.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Philip Lane, δήλωσε πρόσφατα πως η ΕΚΤ θα μπορούσε να αυξήσει τα επιτόκια και τον επόμενο χρόνο, στην προσπάθεια να μειώσει τη ζήτηση. Το ουδέτερο επίπεδο για τα επιτόκια, όπου η ανάπτυξη δεν επηρεάζεται, κυμαίνεται μεταξύ 1,5% και 2%. Το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ σήμερα είναι 1,25% και -εκτός απροόπτου- από αύριο Πέμπτη θα είναι στο 2%, ενώ οι ειδικοί δεν αποκλείουν μια ακόμη αύξηση τον Δεκέμβριο, που σημαίνει ότι στις αρχές του 2023 τα βασικά επιτόκια θα είναι ίσως και πάνω από 2,5%, χωρίς αυτό να θεωρείται πως είναι το σημείο κορύφωσής τους. Αν αθροίσουμε και τα spread που καλούνται να καταβάλλουν οι δανειολήπτες, τότε στην καλύτερη περίπτωση τα στεγαστικά και άλλα δάνεια των νοικοκυριών θα είναι με επιτόκια στην περιοχή του 6%.

Παρά τον σοβαρό κίνδυνο ύφεσης για την ευρωπαϊκή οικονομία και των συνεπακόλουθων επιπτώσεων στη ζήτηση, η αύξηση των τιμών έχει διευρυνθεί και η υποχώρηση του πληθωρισμού – και ιδιαίτερα στο επίπεδο του στόχου 2% της ΕΚΤ – δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη. Τα υψηλά επιτόκια πιθανότατα θα παραμείνουν για αρκετό διάστημα στη ζωή μας. Οι δανειολήπτες, κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, θα κληθούν να πληρώσουν αρκετά ακριβότερα για τα δάνειά τους.

Η Ελλάδα είναι διασφαλισμένη με χαμηλά επιτόκια ως προς το δημόσιο χρέος, ενώ οι επιχειρήσεις, που επιβίωσαν της μακρόχρονης κρίσης, σε μεγάλο βαθμό είναι προετοιμασμένες για να ανταπεξέλθουν στη συγκυρία. Η Κυβέρνηση έχει το όπλο του Ταμείου Ανάκαμψης για να περιορίσει τις επιπτώσεις στην οικονομία, αλλά το περιβάλλον των υψηλών επιτοκίων θα επηρεάσει την ιδιωτική κατανάλωση, που συντελεί σημαντικά στην άνοδο του ΑΕΠ. Επιπλέον, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων θα γίνει δυσχερέστερη και ιδιαίτερα για όλες τις επιχειρήσεις που έχουν ακόμη “πληγές” από την περίοδο της κρίσης. Οι χρηματοδοτήσεις για αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων με μεγάλη δανειακή έκθεση ήδη περιορίστηκαν δραστικά.

Οι κεντρικές τράπεζες, που για χρόνια σφύριζαν αδιάφορα, βρίσκοντας φυσιολογικά τα αρνητικά ή μηδενικά επιτόκια, τώρα τρέχουν να αποσύρουν ρευστότητα. Άλλωστε, στην αυριανή συνεδρίαση της ΕΚΤ περιμένουμε και αποφάσεις για την επανεξέταση των φθηνών δανείων (TLTRO) που δίνονταν προς τις τράπεζες. Τα υψηλά επιτόκια θα δοκιμάσουν τις αντοχές επιχειρήσεων και νοικοκυριών και δεν γνωρίζουμε πόσο ισχυρή είναι η οικονομική θύελλα που έρχεται.

Exit mobile version