Η αναπόφευκτη, σύμφωνα με όλους τους διεθνείς αναλυτές, αύξηση των επιτοκίων τόσο σε ΗΠΑ όσο και σε Ευρωπαϊκή Ενωση θα φέρει μια νέα επιβάρυνση στις οικονομίες και στα νοικοκυριά. Διότι μέχρι να καταφέρει να ανακόψει τον πληθωρισμό, η αύξηση των επιτοκίων θα επιβαρύνει το κόστος των επιχειρήσεων και συνεπώς τις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών για τους καταναλωτές, αλλά και τα στεγαστικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες.
Ταυτόχρονα, η αύξηση των επιτοκίων προκαλεί σοβαρές κρίσεις στις αγορές ομολόγων, που είναι η βάση όλων των επενδυτικών χαρτοφυλακίων παγκοσμίως. Τις τελευταίες εβδομάδες βλέπουμε μαζικές πωλήσεις ομολόγων απ’ όλα τα επενδυτικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα την ταχεία υποχώρηση των τιμών τους στις δευτερογενείς αγορές. Καθώς οι τιμές απόκτησης ενός ομολόγου πέφτουν, αυξάνεται η απόδοση που θα έχει ο αγοραστής μέχρι τη λήξη του και σήμερα οι αποδόσεις των αμερικάνικων ομολόγων ξεπερνούν το 5%. Αυτή η απόδοση, για μια επένδυση με την εγγύηση του αμερικανικού κράτους, μοιάζει «μυθική» σε σύγκριση με τα ανύπαρκτα επιτόκια καταθέσεων που προσφέρουν οι τράπεζες. Ωστόσο, δεν αυξάνεται η ζήτηση για τα αμερικανικά ομόλογα, αντίθετα συνεχίζονται οι πωλήσεις τους, διότι οι μεγάλοι διαχειριστές πιστεύουν ότι η άνοδος των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες θα τους δώσει καλύτερες ευκαιρίες σχετικά σύντομα, συνεπώς δεν θέλουν να δεσμεύσουν τα χρήματά τους σε ένα 5% που σήμερα είναι υψηλή, αλλά αύριο ίσως χαμηλή απόδοση.
Το ερώτημα που δημιουργούν αυτές οι εξελίξεις στις αγορές ομολόγων και οι επιπτώσεις που θα έχει μια βαθύτερη κρίση, αν εκδηλωθεί και στις αγορές μετοχών, είναι πώς επηρεάζουν τον Ελληνα.
Καταρχήν ο απλός Ελληνας εργαζόμενος και φορολογούμενος που δεν διαθέτει δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για αποταμίευση και επενδύσεις, απλώς θα συνεχίσει να υφίσταται ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής. Τόσο υψηλό που η καθημερινότητά του θα δυσκολεύεται διαρκώς για τους επόμενους πολλούς μήνες. Η αύξηση του εισοδήματός του είναι πάρα πολύ αμφίβολη και αν υπάρξει, θα είναι ελάχιστη, συνεπώς όλο το σκηνικό απλώς θα δυσκολεύει την καθημερινότητα όλων.
Για μια επόμενη οικονομική κατηγορία, ευπόρων συμπολιτών μας που διαθέτουν μερικές χιλιάδες ευρώ υπάρχουν κάποιες ευκαιρίες για επενδύσεις στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, δηλαδή στα ομόλογα παλιότερων εκδόσεων που αγοράζονται και πωλούνται μέσω Χρηματιστηρίου. Εκτός από τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, υπάρχουν τα ομόλογα όλων των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που δίνουν κάποιες αποδόσεις ενδιαφέρουσες αν συγκριθούν με το ανύπαρκτο επιτόκιο των ελληνικών τραπεζών για καταθέσεις. Για παράδειγμα, υπάρχουν ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα που δίνουν μια απόδοση γύρω από το 4% μέχρι τη λήξη τους σε τρία ή πέντε χρόνια. Το 4% μπορεί να μην ακούγεται σπουδαίο, αλλά εφόσον το κεφάλαιο είναι εγγυημένο λόγω κράτους – εκδότη, δεν είναι κακό σε σχέση με μια κατάθεση στην τράπεζα, που δεν δίνει σχεδόν τίποτα.
Για όσους διαθέτουν κάποια αξιόλογα ποσά για να τα επενδύσουν, δηλαδή τουλάχιστον 100.000 ευρώ, εναλλακτική λύση στη δευτερογενή αγορά αποτελούν και τα ομόλογα των τραπεζών που είναι και αυτά στο 4%-4,5% για 3-4 χρόνια μέχρι να λήξουν και τα οποία είναι άμεσα ρευστοποιήσιμα, δηλαδή δεν εγκλωβίζεται, ούτε δεσμεύεται ο αποταμιευτής να κρατήσει τα χρήματά του κλεισμένα για κάποια χρόνια, μπορεί να τα πουλήσει ανά πάσα στιγμή ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.
Αντίστοιχη ασφάλεια και ίσως ελαφρώς υψηλότερες αποδόσεις προσφέρουν και τα ομόλογα πολύ μεγάλων ελληνικών βιομηχανιών που αγγίζουν το 5% και τα οποία θεωρούνται επίσης ασφαλέστατα.
Σε ό,τι αφορά τα αμερικανικά και όλα τα μη ευρωπαϊκά ομόλογα, η επιλογή είναι μάλλον δύσκολη αν όχι επικίνδυνη για τους απλούς Ελληνες αποταμιευτές. Και αυτό διότι εμπλέκεται ο συναλλαγματικός κίνδυνος, αφού για να επενδύσουν, π.χ., σε αμερικανικά ομόλογα θα πρέπει να αγοράσουν με τα ευρώ τους δολάρια, να πραγματοποιήσουν την αγορά ομολόγων και όταν αποφασίσουν να βγουν από την επένδυσή τους θα πρέπει, αφού πουλήσουν τα αμερικανικά ομόλογα, να αγοράσουν με τα δολάρια που θα πάρουν ευρώ. Ολες αυτές οι συναλλαγές κρύβουν τον κίνδυνο των διακυμάνσεων των ισοτιμιών, έναν κίνδυνο που ουδείς, ούτε καν οι μεγαλύτεροι fund managers του κόσμου, μπορούν να μετρήσουν. Ολοι γνωρίζουμε εξάλλου τι έπαθαν όσοι συμπατριώτες μας δανείστηκαν σε ελβετικό φράγκο και πήραν (οι περισσότεροι εν αγνοία τους) συναλλαγματικό κίνδυνο της ισοτιμίας ευρώ – ελβετικού φράγκου.
Αυτές είναι κάποιες -ρεαλιστικές για τους Ελληνες- επενδυτικές δυνατότητες στις αγορές ομολόγων, οι οποίες σήμερα αρχίζουν και προσφέρουν κάποιες ευκαιρίες στις δευτερογενείς αγορές κεφαλαίου, λόγω διακυμάνσεων.
Βεβαίως υπάρχουν και οι πιο ριψοκίνδυνες επιλογές των χρηματιστηρίων, εκεί όπου η ανάλυση πλέον δεν λειτουργεί. Τα χρηματιστήρια θεωρούνται πολύ υπερτιμημένα στο εξωτερικό, αλλά μην ξεχνάμε ότι θεωρούνταν πολύ υπερτιμημένα επί πάνω από μία δεκαετία και παρ’ όλα αυτά έσπαγαν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί στα χρηματιστήρια και πότε, αν δηλαδή θα σκάσουν όλα με κρότο ή αν θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν και να διαψεύδουν τους αναλυτές. Στα χρηματιστήρια όποιος μπαίνει παίρνει μόνος του όλα τα ρίσκα και πρέπει να είναι ανθεκτικός για το χειρότερο, όπως είναι αισιόδοξος και για το καλύτερο σενάριο. Ιδιαίτερα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις που προκαλούν η εμπορική και η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σήμερα.
Κάποιοι πιο «σοφιστικέ» αναλυτές των διεθνών τάσεων στις αγορές προτείνουν τις αγορές μετοχών επιχειρήσεων που ασχολούνται με τα μέταλλα και τις πρώτες ύλες, θεωρώντας ότι ακόμη και σε περίπτωση μεγάλης χρηματιστηριακής κρίσης οι αγορές των commodities θα είναι ασφαλέστερες από όλους τους άλλους κλάδους. Συνεπώς, υποστηρίζουν, αυτές οι μετοχές και θα αντέχουν στις χρηματιστηριακές κρίσεις και θα συνεχίσουν να προσφέρουν μερίσματα και να αυξάνουν τα κέρδη τους, εξαιτίας των καλών προοπτικών στις αγορές των βασικών μετάλλων.
Εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι απλουστευτικά και εν συντομία οι επιλογές για τους Ελληνες έχοντες κάποια χρήματα να επενδύσουν, για τους υπόλοιπους η νηστεία και η προσευχή σε συνδυασμό με την αναζήτησή των φθηνότερων προϊόντων στο ράφι για την καθημερινή διαβίωσή τους μοιάζουν να είναι οι μοναδικές άμυνες στη λαίλαπα της συνεχιζόμενης ακρίβειας.