Υπάρχουν δύο Ελλάδες που συνυπάρχουν σήμερα και, όσο περνά ο χρόνος, η απόσταση μεταξύ τους γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Η πρώτη είναι η Ελλάδα των οικονομικών δεικτών, των επενδυτικών αναβαθμίσεων, της μείωσης της ανεργίας και των θετικών αξιολογήσεων από τους διεθνείς οργανισμούς. Η δεύτερη είναι η Ελλάδα της καθημερινότητας, των λογαριασμών, του ενοικίου, του σούπερ μάρκετ και της αγωνίας για το τέλος του μήνα.

Το παράδοξο είναι ότι και οι δύο εικόνες είναι αληθινές.
Η χώρα έχει πράγματι διανύσει μεγάλη απόσταση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Η ανεργία έχει υποχωρήσει θεαματικά σε σχέση με μια δεκαετία πριν, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και οι βασικοί δείκτες ανισότητας εμφανίζονται βελτιωμένοι. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι αγορές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και σταθερότητα σε σύγκριση με το παρελθόν.
Ωστόσο, αυτή η θετική εικόνα δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση στην τσέπη των πολιτών.
Η πραγματικότητα που βιώνουν τα περισσότερα νοικοκυριά είναι εντελώς διαφορετική. Σχεδόν επτά στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους. Πρόκειται για ποσοστό πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αντίφασης που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία. Η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι η ευημερία δεν μετριέται αποκλειστικά από την αύξηση του ΑΕΠ ή από τη μείωση της ανεργίας. Ο πολίτης αξιολογεί την οικονομία μέσα από τη δυνατότητά του να πληρώνει το ενοίκιο, να γεμίζει το ρεζερβουάρ, να ψωνίζει από το σούπερ μάρκετ και να προγραμματίζει τις διακοπές του χωρίς άγχος.
Και ακριβώς σε αυτά τα πεδία η πίεση παραμένει έντονη.
Η νέα ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έρχεται να επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη δύσκολη κατάσταση. Ο υψηλότερος πληθωρισμός σημαίνει μικρότερη αγοραστική δύναμη, ακόμη κι αν οι μισθοί παραμένουν σταθεροί ή αυξάνονται ονομαστικά. Ο εργαζόμενος που λαμβάνει σήμερα τον ίδιο μισθό με πέρυσι μπορεί να αγοράσει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Η πραγματική του ευημερία μειώνεται, ακόμη κι αν ο μισθός στο εκκαθαριστικό δεν αλλάζει. Η αύξηση του κόστους ενέργειας επηρεάζει σχεδόν τα πάντα. Τα καύσιμα γίνονται ακριβότερα, οι μετακινήσεις κοστίζουν περισσότερο, τα αεροπορικά εισιτήρια αυξάνονται, ενώ οι επιχειρήσεις μεταφέρουν μέρος των αυξημένων εξόδων στους καταναλωτές. Παράλληλα, το κόστος παραγωγής τροφίμων ενισχύεται από την άνοδο των τιμών στα λιπάσματα, στις ζωοτροφές και στις μεταφορές, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων. Το αποτέλεσμα είναι ορατό στα ράφια των σούπερ μάρκετ, όπου οι καταναλωτές αναζητούν όλο και συχνότερα προσφορές, φθηνότερες εναλλακτικές και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Την ίδια στιγμή, η στέγαση εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της χώρας. Η άνοδος των ενοικίων των τελευταίων ετών έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή ανισότητας. Για χιλιάδες νέους εργαζόμενους, η πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, το κόστος στέγασης απορροφά πλέον δυσανάλογα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, η αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας παραμένει τόσο ισχυρή.
Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται μια δεύτερη ανησυχητική τάση. Μέρος των οφελών της ανάπτυξης φαίνεται να κατευθύνεται δυσανάλογα προς τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά τα κέρδη δεν κατανέμονται ισόρροπα. Η κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας απολαμβάνει μεγαλύτερο μερίδιο από τα οφέλη της ανάπτυξης, ενώ η μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδήματα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις. Αυτό δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Είναι και οικονομικό ζήτημα. Μια οικονομία δεν μπορεί να διατηρήσει μακροπρόθεσμα ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης όταν η πλειονότητα των πολιτών αισθάνεται ότι μένει πίσω.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε πολιτικές επιδομάτων χωρίς στρατηγική κατεύθυνση. Απαιτούνται κυβερνητικές παρεμβάσεις που θα μειώσουν το κόστος ζωής και θα ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, η αύξηση της προσφοράς κατοικιών, η ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά τροφίμων, η βελτίωση της παραγωγικότητας και η στήριξη καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για την υγεία, την εκπαίδευση και τη μακροχρόνια φροντίδα, τομείς όπου οι οικονομικές ανισότητες μετατρέπονται σε κοινωνικές ανισότητες και περιορίζουν τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Να συμφωνήσουμε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στη θέση που βρισκόταν πριν από δέκα χρόνια. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Όμως η πραγματική πρόκληση της επόμενης περιόδου δεν είναι μόνο να συνεχίσει να βελτιώνει τους οικονομικούς της δείκτες. Είναι να διασφαλίσει ότι η πρόοδος αυτή θα φτάνει σε μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Γιατί στο τέλος της ημέρας οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους πίνακες των στατιστικών. Ζουν μέσα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς τους, που τους αναλύουν κάθε βράδυ – ακόμα και στο μαξιλάρι, προτού κοιμηθούν. Και όσο αυτοί παραμένουν υπό πίεση, η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα των αριθμών και στην Ελλάδα της καθημερινότητας θα συνεχίσει να μεγαλώνει.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.