Αντίθετα, επιστρέφουν με πείσμα κάθε φορά που η κυβέρνηση επιχειρεί να ανασυνταχθεί. Σαν να υπάρχει ένας αόρατος μηχανισμός που επαναφέρει διαρκώς την ίδια σκηνή, την ίδια αδυναμία, το ίδιο πολιτικό βάρος.
Το χάος που εκτυλίχθηκε στο δικαστήριο της Λάρισας για την τραγωδία στα Τέμπη δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο. Είναι ένα γεγονός με ισχυρό συμβολισμό και βαθιά πολιτική επίπτωση που πολύ φοβάμαι ότι θα επαναληφθεί μεθαύριο, την 1η Απριλίου. Ακόμη και αν τα προβλήματα είναι «στημένα», θα έπρεπε να είχαν προβλεφθεί από την κυβέρνηση μόνο και μόνο για να αφαιρεθεί κάθε επιχείρημα και κάθε πρόσχημα από όσους «δεν θέλουν να αρχίσει η δίκη» και για να προσφέρουν στους συγγενείς τις απαραίτητες εγγυήσεις ότι θα γίνει τίμια η ακροαματική διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, στο μέτωπο των υποκλοπών η εικόνα είναι διαφορετική, αλλά εξίσου προβληματική. Το τελευταίο διάστημα καταγράφονται πολλαπλές και συντονισμένες κινήσεις, θεσμικές, πολιτικές, ακόμη και επικοινωνιακές, που ασκούν πίεση με αφετηρία την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Και απέναντι σε όλα αυτά, μια κυβέρνηση που μοιάζει να επιλέγει την ακινησία τουλάχιστον στο προσκήνιο και αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, η κατάσταση στο παρασκήνιο είναι ακόμη χειρότερη έως… βαριά επικίνδυνη.
Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ το διεθνές περιβάλλον μόνο σταθερό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο πόλεμος συνεχίζεται, οι γεωπολιτικές ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες, οι αγορές αντιδρούν νευρικά. Ο πληθωρισμός επιμένει, οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων καταγράφουν νέες αυξήσεις και η καθημερινότητα των πολιτών επιβαρύνεται. Η αβεβαιότητα δεν είναι θεωρητική, είναι απτή και επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, την κατανάλωση, την ψυχολογία της κοινωνίας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κυβέρνηση και προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να κερδίζουν πόντους ακριβώς λόγω της σοβαρότητας και της θεσμικής προσήλωσης που εκπέμπουν. Η διαχείριση της κρίσης, παρά τις επιμέρους αδυναμίες, βασίζεται σε μια λογική σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Και αυτό είναι που αναγνωρίζουν οι πολίτες, όχι την τελειότητα, αλλά την αίσθηση ότι «υπάρχει κάποιος σοβαρός στο τιμόνι».
Τη στιγμή που η κυβέρνηση φαίνεται να ανακτά μέρος της αξιοπιστίας της μέσα από τη διαχείριση της κρίσης, επανέρχονται τα σενάρια με εισηγήσεις (και υπουργών;) για άμεση προσφυγή στις κάλπες. Η αντίφαση είναι προφανής. Οι πολίτες εμπιστεύονται τον Μητσοτάκη για να διαχειριστεί μια δύσκολη συγκυρία και η «λύση» που του προτείνουν είναι να εγκαταλείψει αυτή τη διαχείριση για να πάει σε εκλογές.
Αν επιχειρήσει κανείς να δει το ζήτημα ψυχρά, με όρους καθαρής πολιτικής ανάλυσης και όχι ενστίκτου ή επικοινωνιακής τακτικής, οι λόγοι για τους οποίους ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πρέπει να προσφύγει τώρα σε εκλογές είναι περισσότεροι και πιο δομικοί από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Πρώτον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι έχει διαμορφωθεί ένα νέο, σταθερό εκλογικό πλεονέκτημα που οδηγεί στην αυτοδυναμία. Οι όποιες δημοσκοπικές βελτιώσεις καταγράφονται είναι εύθραυστες, συγκυριακές και σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα σύγκρισης με μια αδύναμη αντιπολίτευση, όχι προϊόν θετικής ανασύνταξης της κυβέρνησης. Με απλά λόγια, δεν πρόκειται για «κύμα» που μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί εκλογικά, αλλά για μια προσωρινή ανάσα. Η μετατροπή μιας ανάσας σε στρατηγική επιλογή εκλογών είναι πολιτικά επισφαλής και ιστορικά σπάνια αποδίδει.
Δεύτερον, η χρονική στιγμή είναι θεσμικά και οικονομικά ακατάλληλη. Η χώρα βρίσκεται εν μέσω πολλαπλών μεταβάσεων. Ενεργειακή πίεση, δημοσιονομικές δεσμεύσεις, ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, γεωπολιτική αβεβαιότητα. Μια εκλογική αναμέτρηση σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα διεξαχθεί υπό συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει μια νέα κρίση, μια νέα επιδείνωση των οικονομικών δεικτών, μια νέα εστία έντασης. Και σε ένα τέτοιο σκηνικό, η πολιτική σταθερότητα δεν είναι δεδομένη, είναι ζητούμενο.
Τρίτον και ίσως σημαντικότερο, μια άμεση προσφυγή στις κάλπες θα αναδιατάξει το πολιτικό αφήγημα εις βάρος της κυβέρνησης. Αντί η ατζέντα να περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση κρίσεων, όπου ο Μητσοτάκης εμφανίζεται ισχυρός, θα μετατοπιστεί σε έναν απολογισμό πεπραγμένων, όπου κυριαρχούν τα Τέμπη και οι υποκλοπές. Δηλαδή, η ίδια η κυβέρνηση θα μεταφέρει το παιχνίδι στο «γήπεδο», όπου είναι πιο ευάλωτη. Αυτό δεν είναι απλώς τακτικό λάθος, είναι στρατηγική αντιστροφής των πλεονεκτημάτων της.
Υπάρχει, τέλος, και μια βαθύτερη διάσταση σε αυτό το δίλημμα, που αφορά το ίδιο το πολιτικό προφίλ του πρωθυπουργού. Ο Μητσοτάκης δεν αναδείχθηκε ως ηγέτης μέσα από λογικές αιφνιδιασμού ή καιροσκοπικών κινήσεων. Αντιθέτως, επένδυσε συστηματικά στην εικόνα του «θεσμικού» πολιτικού. Του ανθρώπου που σέβεται τους κανόνες, που επιδιώκει σταθερότητα, που λειτουργεί με προβλεψιμότητα και συνέπεια.
Ολοι όσοι, λοιπόν, ψιθυρίζουν στο αυτί του πρωθυπουργού ότι «τώρα είναι η στιγμή για κάλπες», είτε δεν κατανοούν τα δεδομένα είτε τα καταλαβαίνουν πολύ καλά και το επιδιώκουν συνειδητά. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για πολιτική αφέλεια. Στη δεύτερη, για συνειδητή υπονόμευση. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Μια πρόταση που οδηγεί πιθανότατα στην απομάκρυνση Μητσοτάκη (ίσως αυτό να θέλουν πραγματικά) και τη χώρα σε πολιτικό και στρατηγικό αδιέξοδο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.