Όταν δεν γνωρίζει κανείς πότε, πως κι αν θα τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν. Όταν δεν ξέρουμε αν και πότε θα ανοίξουν τα στενά του Ορμούζ και πότε θα αποκατασταθούν πλήρως οι ροές πετρελαίου και LNG από τους παραγωγούς του Κόλπου, είναι μοιραίο η αβεβαιότητα να κυριαρχεί σε όλο τον πλανήτη και τα σενάρια της επόμενης μέρας να γράφονται και να ξαναγράφονται με την προσθήκη των νέων δεδομένων.

Τα νέα δεδομένα λοιπόν στα οποία συγκλίνουν οι αναλύσεις των περισσότερων ξένων οίκων και αναλυτών και προβάλλονται ως βασικό σενάριο είναι ότι, η διαταραχή στην προσφορά ενεργειακών προϊόντων θα κρατήσει έως και το γ΄ τρίμηνο του 2026, με τη μείωση στη ροή πετρελαίου και LNG να φθάνει έως και 40%. Αυτό σημαίνει πως η τιμή του αργού θα εδραιωθεί στα 100 δολάρια και πάνω όπως πολύ ψηλά και η τιμή του φυσικού αερίου.

Υπάρχει βέβαια και το δυσμενέστερο σενάριο, η ενεργειακή κρίση να παραταθεί μέχρι και το 2027 που όλοι το απεύχονται αλλά ακόμα και το βασικό να επιβεβαιωθεί, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία θα είναι τεράστιες.

Η Ευρώπη και κατ’ επέκταση η Ελλάδα που είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό εξαρτώμενες από τα εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα θα κληθούν να πληρώσουν και μεγαλύτερο τίμημα από αυτή τη νέα ενεργειακή κρίση.

Άμεση επίπτωση την οποία έχουμε αρχίσει να νοιώθουμε έντονα είναι η επίδραση της αύξησης των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου στον πληθωρισμό σχεδόν όλων των προϊόντων με μια εισαγόμενη ακρίβεια που πλήττει έτι περαιτέρω την αγοραστική μας δύναμη.

Η δεύτερη και εξίσου σημαντική, είναι η επίπτωση στην ανάπτυξη. Ήδη όλες οι εκτιμήσεις αναθεωρούν προς τα κάτω την ανάπτυξη για το 2026. Ήδη η Τράπεζα της Ελλάδος την μειώνει από 2,1% σε 1,9% για το 2026 με βασική αιτία το ενεργειακό κόστος και τη διεθνή αβεβαιότητα και ανεβάζει τον πληθωρισμό στο 3,1%. Το ΔΝΤ από την πλευρά την αναθεωρεί στο 1,8% από το 2,6% που προβλέπεται και στον προϋπολογισμό.

Και να φανταστεί κανείς πως η χώρα μας θεωρείται από το ΔΝΤ πως τα πάει πολύ καλά και πως κινδυνεύει πολύ λιγότερο από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Όμως όλοι αυτοί οι αναλυτές ελάχιστα έως καθόλου ασχολούνται με την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά με την εφιαλτική ακρίβεια και τη μειωμένη αγοραστική τους δύναμη, πολύ πριν από την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

Εκεί λοιπόν που είχαν κρεμάσει τις ελπίδες τους στην κυβέρνηση να τιθασεύσει την ακρίβεια και να ενισχύσει τα εισοδήματα τους με φορολογικές μειώσεις και τιμαριθμικές αναπροσαρμογές των μισθών, έρχεται τώρα η νέα κρίση και τα γκρεμίζει όλα.

Η κυβέρνηση με πυροσβεστικά μέτρα που ανακοίνωσε στην αρχή της εβδομάδας έρχεται να καλύψει μέρος των απωλειών που δημιούργησαν οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου. Και μιλάμε για τις μέχρι στιγμής, δηλαδή το πρώτο κύμα αυξήσεων, καθώς δεν ξέρουμε τι επιπλέον έρχεται και πόσες εφεδρείες υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο για στήριξη της κοινωνίας. Η δε αργοκίνητη ΕΕ που συνήθως αποφασίζει εκ των υστέρων, περιμένει ακόμα(άραγε τι;) για να αποφασίσει να εφαρμόσει για τα μέλη της μια ρήτρα διαφυγής από τον στενό κορσέ της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Κι αυτό περιορίζει τις κυβερνήσεις να αναλάβουν πρωτοβουλίες στήριξης των πολιτών τους, αφήνοντας τους στην πράξη στο έλεος των πολεμικών επιπτώσεων. Κοιτάζει τα νούμερα και αδιαφορεί για τις ζωές των 450 εκατομμυρίων που πληρώνουν το μάρμαρο του πολέμου.

Περιττεύει να πούμε πως στα καθ’ ημάς στενεύουν ασφυκτικά τα περιθώρια που έχει πλέον η κυβέρνηση να δημιουργήσει υπερπλεόνασμα και να προβεί σε παροχές ενίσχυσης των διαθέσιμων εισοδημάτων. Ήδη τα έσοδα του κράτους στο δίμηνο είναι οριακά εντός του προϋπολογισμού και τα αποθέματα στήριξης της κοινωνίας για έκτακτες ανάγκες(πλημμύρες, σεισμοί, καταστροφές από την κλιματική κρίση κλπ.) είναι πολύ περιορισμένα και από τα οποία προήλθαν τα πρώτα μέτρα στήριξης.

Επιμεριζόμενα ανά μήνα μέχρι τέλος του χρόνου είναι περίπου 100 εκατ. Και όλοι καταλαβαίνουμε πως από την ΕΕ εξαρτάται στο μεγαλύτερο βαθμό αν θα βοηθηθούν οι οικονομικά πληττόμενοι πολίτες και λιγότερο από την κυβέρνηση. Κι όσο αυτό αργεί εντείνεται η αβεβαιότητα για το τι μας περιμένει ως εθνική οικονομία αλλά και ως πολίτες.