Καλοκαίρι, κοντά πλέον στον Δεκαπενταύγουστο, κλασική ημερομηνία που η Ελλάδα βρίσκεται σε διακοπές, τα μπάνια του λαού, που έλεγε και ο Ανδρέας, αλλά και «σήμα» προς επιστροφή στην καθημερινότητα,
Αυτό συνήθως στα πολιτικά και επιχειρηματικά συνοδεύεται στις αρχές του επόμενου μήνα με τη ΔΕΘ. Εκεί αρχίζει η νέα σεζόν από τα σχολεία έως την πολιτική, ίσως για αρκετούς ανθρώπους η περίοδος αυτή λειτουργεί και ως κάτι παραπάνω από αυτό που οι Αγγλοσάξoνες λένε «new year’s resolution» όταν αλλάζει ο χρόνος.
Για να έρθω στο θέμα μας, σε λιγότερο από έναν μήνα για την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, για το πολιτικό σκηνικό, ξεκινάει σε όρους μπάσκετ το Final Four, σε όρους ποδοσφαίρου το Μουντιάλ, που ίσως ταιριάζει και περισσότερο γιατί ο θεσμός γίνεται ανά τετραετία. Στην περίπτωσή μας το στοίχημα, το έπαθλο, δεν είναι ποιος θα βγει πρώτος, δεδομένο θα πρέπει να θεωρείται, εκτός αν συμβεί κάτι τρομερό έως το τέλος. Είναι όμως αν η Ν.Δ. και ο Μητσοτάκης θα κυβερνήσουν για τρίτη θητεία ή αν θα υπάρξει κάποιο άλλο σχήμα συγκυβέρνησης, το οποίο όμως δεν είναι της παρούσης, δεν νομίζω ότι είμαστε κοντά να το δούμε και να προβλέψουμε ή να εκτιμήσουμε σωστά, αφού οι κάλπες είναι μακριά ακόμα 8-9 μήνες.
Σε αυτή την τελική ευθεία έχουν ενδιαφέρον τα υπέρ και τα κατά, τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει», τα γκάζια και τα φρένα, που, κατά τη γνώμη μου, θα οδηγούσαν αυτή την κυβέρνηση σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα στις εθνικές εκλογές.
Αν θεωρεί βεβαίως κάποιος ότι με δεδομένη τη δημοσκοπική απόσταση των άλλων δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά και τη δεδηλωμένη του Ανδρουλάκη ότι δεν πάει με τη Ν.Δ. (για τον Τσίπρα δεν συζητείται εκατέρωθεν), το καλό της Ελλάδας είναι να προκύψει με κάποιον τρόπο σταθερή διακυβέρνηση.
Οι τελευταίοι 8-9 μήνες, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι ένας ατέρμονος, άσκοπος για τη χώρα προεκλογικός αγώνας των βουλευτών κυρίως της συμπολίτευσης με μοναδικό σκοπό την εκλογή τους ή το ποιος θα περάσει τον άλλον. Γιατί έχουμε και τέτοια, ειδικά τώρα που τα πράγματα στενεύουν, αφού η τρίτη θητεία δεν θα είναι εύκολη σε ποσοστά.
Η λογική του Μητσοτάκη να μην πάει τον Σεπτέμβριο σε εκλογές ήταν ακριβώς η αντίθετη από αυτή. Ο ίδιος, κατά πληροφορίες, πιστεύει ότι αν πήγαινε τώρα σε σχετικά πρόωρες εκλογές θα καλλιεργούνταν η εντύπωση στην κοινωνία ότι «σπεύδουν νωρίτερα σε κάλπες γιατί δεν αντέχουν, φεύγουν ή δραπετεύουν, φοβούνται να μην τους σκάσουν σκάνδαλα κ.λπ.».
Αντιθέτως, ο Μητσοτάκης θεωρεί ότι υπάρχει ακόμα δρόμος για να δείξει και να παραδώσει έργο, να μετατρέψει τη φετινή ΔΕΘ σε εφαλτήριο για την εκκίνηση της εκλογικής του πορείας αναδεικνύοντας τι θα κάνει η κυβέρνησή του την επόμενη τετραετία αν την ξαναψηφίσει ο κόσμος.
Θα περιγράψει αναλυτικά όλα όσα με βάση την ανάπτυξη μπορεί να δώσει στον κόσμο για να βελτιώσει την καθημερινότητά του. Και θα βασιστεί κυρίως στην αξιοπιστία των προηγούμενων οκτώ ετών, όπου αυτά που είπε στην οικονομία τα έκανε. Θα ποντάρει στο βασικό του πλεονέκτημα, ότι όσα είπε τα έκανε σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια.
Σε αυτούς τους οκτώ μήνες μπορεί ακόμα να διορθώσει κακώς κείμενα ή έστω να επιδιορθώσει κατά κάποιον τρόπο περιβαλλοντικά ζητήματα στα οποία έμεινε αδικαιολόγητα πίσω. Έστω να προλάβει μερικές ακόμα οικολογικές και περιβαλλοντικές καταστροφές που έγιναν και γίνονται στην πολεοδόμηση, στην άναρχη και εντελώς ακαλαίσθητη δόμηση. Στα αποτελέσματα που έφεραν ο υπερτουρισμός και η επιχειρηματική λαιμαργία και αδηφαγία για εύκολο κέρδος δίχως καμία προστασία του περιβάλλοντος. Προστασία του περιβάλλοντος είναι προστασία της χώρας, δεν είναι κάτι γενικό, δεν είναι μια αυθαίρετη έννοια.
Τέλος, πάμε σε ένα από τα πιο κρίσιμα θέματα που, κατά τη γνώμη μου, θα παίξει σημαντικό ρόλο στις εκλογές. Αν εξαιρέσεις το μείζον θέμα της ακρίβειας για την οποία σχετικά λίγα πράγματα μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση (πληθωριστική έξαρση υπάρχει εδώ και μια τετραετία σε όλο τον Δυτικό κόσμο), το αμέσως επόμενο πρόβλημα είναι η διαφθορά. Αυτή η αίσθηση της διαφθοράς που βρίσκεται διάχυτη μέσα στην κοινωνία, θα έλεγα επί δικαίους και αδίκους. Μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης, σημαντική αύξηση του ΑΕΠ από το 2019 και ένα δεύτερο Σχέδιο Μάρσαλ για την Ελλάδα -τα 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης- είναι σχεδόν φυσιολογικό να… φαντάζουν όλα ύποπτα. Μπορεί να μην είναι, και θα έλεγα δεν είναι, διόλου ύποπτα όλα, όπως πολύς κόσμος πιστεύει, αλλά, κακά τα ψέματα, το πολύ χρήμα στην αγορά και τα οκτώ χρόνια διακυβέρνησης φέρνουν και κακοδιαχείριση και διαφθορά. Νέα επιχειρηματικά ονόματα ξεπετάχτηκαν από το πουθενά, μονοπώλησαν έργα και συμβάσεις δημόσιες και ιδιωτικές στις οποίες όμως… σχεδόν πάντα έχει λόγο ένας υπουργός. Κότερα, σπίτια, επίδειξη πλούτου, επιρροές στα media, νεοπλουτισμός και παραγοντιλίκι από ασήμαντους έως χθες τύπους με φτωχό επιχειρηματικό παρελθόν στον ιδιωτικό τομέα.
Γιατί βρέθηκαν δυο-τρεις ασήμαντες εταιρείες μέχρι πρότινος να νέμονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα συμβάσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων του Δημοσίου σε κρατική διαφήμιση και συμβουλευτικά έργα.
Σε αυτό τον τομέα διανομής κονδυλίων, εθνικών και ευρωπαϊκών, μπήκαν και αρκετές λάθος προτεραιότητες: για παράδειγμα, δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν βρέθηκαν 200-300 εκατ. μέσα στα δισ. ευρώ του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης για να φτιαχτούν οι τούρκικες τουαλέτες και τα σπασμένα τζάμια στις σχολικές αίθουσες.
Σε αυτά πρέπει να δοθεί ένα τέλος έστω και στο τέλος της θητείας, γιατί η κοινή γνώμη βλέπει, κρίνει και πολλές φορές συμβαίνει και το κλασικό που λέει ο λαός, καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Αν και ορισμένες περιπτώσεις βγάζουν μάτι…