Κάποιοι μαθητευόμενοι στη διπλωματία και στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και οι επαγγελματίες αρνητές της οιασδήποτε επαφής με τον Ερντογάν, δηλώνουν ειρωνικά και απαξιωτικά, πως τελικά το μόνο που κατάφερε ο Μητσοτάκης με το ταξίδι του στην Άγκυρα, ήταν να εξασφαλίσει άλλο ένα εξάμηνο ήρεμων νερών στο Αιγαίο. Αλήθεια όμως, θα ήταν προτιμότερο να ζούμε με την αγωνία εντάσεων; Θα ήταν προτιμότερο να μην υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας, να μην υπήρχε έστω και κάποια συνεργασία για τον έλεγχο των ροών προσφύγων και να βιώναμε ξανά καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας και αερομαχίες ή επακουμβήσεις πολεμικών πλοίων στο Αιγαίο; Προφανώς κανείς ορθολογιστής δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο.

Πέρα λοιπόν από εκούσιους ή ακούσιους εθελοτυφλισμούς αλλά και ψευτοπατριωτισμούς, ουδείς μπορεί να παραβλέψει πως η εικόνα της χώρας διεθνώς είναι πολλαπλώς ενισχυμένη. Μας λαμβάνουν πλέον σοβαρά υπόψη φίλοι και εχθροί τόσο για το δημοσιονομικό νοικοκύρεμα όσο και την ενισχυμένη αποτρεπτική δύναμη μέσω των εξοπλισμών.

Δεν είμαστε πλέον το μαύρο πρόβατο της διεθνούς σκηνής κι έχουμε λόγο.

Όμως, κι αυτό μετράει περισσότερο, τα πολλά προβλήματα μας είναι στο εσωτερικό, όπου η εικόνα της κυβέρνησης ξεθωριάζει, γιατί μεγάλη μερίδα του κόσμου όπως δηλώνει δεν τα βγάζει πέρα οικονομικά, σε αντιδιαστολή της καλής εικόνας της οικονομίας στους δείκτες και τους αριθμούς.

Κύριες εστίες της δυσφορίας είναι από τη μια οι χαμηλοί μισθοί και από την άλλη το υψηλό κόστος ζωής.

Από την κυβέρνηση βέβαια επαίρονται για τις συνεχείς αυξήσεις του κατώτατου μισθού, που το 2027 μπορεί να ξεπεράσει και τον στόχο των 950 ευρώ και πως ο μέσος μισθός ήδη έχει ξεπεράσει τα 1.500 ευρώ που ήταν ο στόχος για το τέλος της τετραετίας.

Όμως η εικόνα, είναι εντελώς διαφορετική στον κόσμο της εργασίας, που καλείται να πληρώσει τις υποχρεώσεις του όχι με τον μικτό μισθό, ούτε με τον μέσο μισθό, αλλά με εκείνα που τελικά μπαίνουν καθαρά στην τσέπη.

Άλλωστε οι μέσοι όροι και γενικά οι μεσοσταθμίσεις είναι εργαλεία για τους στατιστικολόγους και όχι για τους ανθρώπους του μόχθου και της αγωνίας, πως θα βγει ο μήνας. Γιατί όταν ένας εργαζόμενος, παίρνει για παράδειγμα 2.000 ευρώ κι ένας άλλος 1.000 ευρώ, αυτοί οι δύο βγάζουν μέσο όρο 1.500 ευρώ. Σας φαίνεται όμως αυτό να ανακουφίζει αυτόν, που πρέπει να τα βγάλει πέρα με τα 1.000 ευρώ; Μια μαγική εικόνα είναι λοιπόν ο μέσος μισθός. Αυτό που έχει αξία και πρέπει να δώσουν προσοχή είναι το πόσοι εργαζόμενοι από το σύνολο του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα κερδίζουν από τη δουλειά τους 1.500, 2.000, 3.000 κλπ και πόσοι βρίσκονται στην κατηγορία του κατώτατου. Εκεί φαίνονται οι διαφορετικές ταχύτητες και οι κατηγοριοποιήσεις των εργαζομένων και εξηγείται εν πολλοίς η δυσφορία.

Και κυρίως να φωτιστούν τα καθαρά λεφτά αφαιρουμένων φόρων εισφορών, γιατί στην πραγματικότητα τι αξία έχει να ομιλούμε για 950 ευρώ όταν αυτά που εισπράττει ο εργαζόμενος είναι κάτω από τα 800; Ή τα 1.500, που στην πράξη είναι 1.100;

Να δουν λοιπόν στην κυβέρνηση όσο υπάρχει ακόμα χρόνος τι περιθώρια υπάρχουν για αυξήσεις όχι μόνο των ονομαστικών μισθών αλλά και τις μειώσεις φόρων και εισφορών, ώστε να αυξηθεί ο καθαρός μισθός. Διαφορετικά δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα , δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο κι αυτό είναι πολύ κακό για την πολιτική και τους πολιτικούς.

Κι ας μην ξεχνούν οι διεκδικητές της ψήφου μας, τη διαχρονική διαπίστωση πως στο τέλος ο Έλληνας, αποφασίζει με γνώμονα την τσέπη του και με το ποιος του προσφέρει προοπτική να βελτιώσει την καθημερινότητα του.

Ποτέ οι διεθνείς επιτυχίες είτε σε διπλωματικό επίπεδο είτε σε οικονομικό, δεν έβγαλαν πρωθυπουργούς. Ενίοτε μάλιστα, μαυρίστηκαν κόμματα όπως η Ν.Δ του Κωνσταντίνου Καραμανλή που έχασε τις εκλογές λίγους μήνες, αφότου μας έβαλε στην τότε ΕΟΚ αλλά και το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη, που μας έβαλε στο ευρώ και στην πρώτη κατηγορία της ΕΕ. Δηλαδή το «έξω πάμε καλά» καλοδεχούμενο και απαραίτητο, αλλά εκλογές δεν κερδίζει!