Μετά από διάπλου μέσω χιλίων κυμάτων, φαίνεται πως η Επιτροπή είναι έτοιμη να καταθέσει την τελική της πρόταση για κοινή ευρωπαϊκή στάση στο ενεργειακό πρόβλημα -ως προς την επάρκεια και τις τιμές- που έχει δημιουργηθεί, κυρίως (αλλά όχι μόνο) λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, και που αναμένεται να πάρει οξείες διαστάσεις κατά το χειμώνα που (γρήγορα) έρχεται.
Η πρόταση περιλαμβάνει σειρά μέτρων για α) εξοικονόμηση (μένει το τελικό ύψος –μάλλον 15% μετά από πολλά ανεβοκατεβάσματα- και το αν θα είναι υποχρεωτική για όλες τις χώρες), β) προμήθεια από μια κοινή πλατφόρμα (με στόχο, αλλά όχι βεβαιότητα, να επιτευχθούν χαμηλότερες τιμές από αυτές που θα πετύχαινε κάθε χώρα μόνη της στην αγορά), γ) θέση σε λειτουργία ενός μηχανισμού «αλληλεγγύης», με δυνατότητα μεταφοράς ποσοτήτων από χώρες με μεγαλύτερη σε χώρες με μικρότερη επάρκεια, δ) ένα κάποιο πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου. Τη συζήτηση μονοπώλησε τις τελευταίες βδομάδες το τέταρτο ζήτημα, αλλά όλα είναι σημαντικά και σε όλα υπάρχουν κενά και παρανοήσεις, καλόπιστες και μη.
Όχι, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κάνει, στο ακανθώδες ενεργειακό πρόβλημα, επίδειξη ακινησίας και ατολμίας, όπως ισχυρίζονται κάποιοι αναλυτές και πολιτικοί. Άλλο ακινησία και ατολμία -θα προϋπέθετε έλλειψη μέτρων και εναπόθεση της πρωτοβουλίας αποκλειστικά στα κράτη-μέλη- κι άλλο δυσκολία να βρεθεί πρώτον, κοινή και δεύτερον, ικανοποιητική για όλους φόρμουλα, σε μια κοινότητα 27 χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικές αφετηρίες και έχουν διαφορετικές αντιλήψεις και συμφέροντα. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν το έβαλε κάτω, πρότεινε και, μετά τις αντιδράσεις, ξαναπρότεινε μέτρα που μένουν να συναποφασιστούν αλλά πάντως θα ισχύσουν έναντι όλων, είναι ενδεικτικό της δυσκολίας σύνθεσης, κάτι που είναι φυσικό, και όχι της αδυναμίας κοινής προόδου, κάτι που θα ήταν, στο ζήτημα αυτό αλλά και γενικότερα, μοιραίο. Κοινές προμήθειες, έμπρακτη αλληλεγγύη και θεσμοθέτηση πλαφόν, που δεν ήταν καθόλου δεδομένη λόγω των αντιρρήσεων ορισμένων χωρών, είναι το αντίθετο της μη-προόδου.
Όχι, από την άλλη, η λύση που φαίνεται να δίνεται δεν είναι ούτε «τελική», ούτε «πλήρης». Δεν είναι τελική, γιατί το λέει η ίδια η Επιτροπή: το πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου θα είναι «προσωρινό», το ίδιο και ο «δυναμικός διάδρομος» για τον καθορισμό της τιμής του φυσικού αερίου στο Ευρωπαϊκό «Χρηματιστήριο Ενέργειας» (Title Transfer Facility-TTF), με έδρα το Άμστερνταμ. Όριο, στην πρώτη περίπτωση, οι τρεις μήνες, δηλαδή το τέλος της χρονιάς -εν αναμονή τίνος πράγματος άραγε; Του τέλους του πολέμου; Της εξαφάνισης της ακριβής τιμής της ενέργειας; Μιας νέας πρότασης της Επιτροπής ή πρωτοβουλίας των κρατών-μελών; Όριο, στη δεύτερη περίπτωση, η εγκαθίδρυση ενός άλλου δείκτη μέτρησης (benchmark) στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, ώστε να διαμορφώνεται ορθότερα η τιμή, μιας και, σύμφωνα με τους αρμόδιους της Επιτροπής, σήμερα είναι υπερβολικά ασταθής και άρα όχι αντιπροσωπευτική –τίνος πράγματος άραγε; Της «αγοράς», στην οποία η «αστάθεια» είναι κανόνας, ή σε σχέση με τιμές που θα θεωρούσαν «λογικές», εν μέσω κρίσης, οι κυβερνήσεις; (μήπως και οι κοινωνίες;)
Και δεν είναι πλήρης η λύση, γιατί θα μείνει (απολύτως θεμιτά) κάποιο περιθώριο διαφοροποιήσεων στα κράτη – μέλη γιατί το (προσωρινό) πλαφόν μπαίνει μόνο στις τιμές φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (και όχι, όπως ήθελε η ιταλο-πολωνο-βελγο-ελληνική πρόταση, γενικώς στη χονδρική τιμή του φυσικού αερίου) και γιατί οι γερμανο-ολλανδικές θέσεις εισακούστηκαν κι αυτές (το αντίθετο δεν θα ήταν απλώς έκπληξη, αλλά ιεροσυλία) «νερώνοντας» την πλήρη λειτουργία του πλαφόν.
Όχι, τέλος, για τις αυξημένες τιμές δεν «φταίει» η Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε κάποια «αμελής» ή «κοινωνικά ανάλγητη» κυβέρνηση, ούτε τα εθνικά ή το ευρωπαϊκό Χρηματιστήριο Ενέργειας (όπως διατείνεται, στα καθ’ ημάς, το Μερα25, θέτοντας μάλιστα την κατάργηση αυτής της ενωσιακής υποχρέωσης ως προϋπόθεση για συνεργασία με άλλα κόμματα), ούτε οι τρισκατάρατες «αγορές» από μόνες τους. Οι μείζονες κρίσεις -και δεν υπάρχει μεγαλύτερη από έναν πόλεμο- φέρνουν μείζονες (και) οικονομικές αναστατώσεις, που αγγίζουν όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως «χρώματος» κυβέρνησης και βαθμού κοινωνικής ευαισθησίας, και δεν επιδέχονται απλοϊκές λύσεις. Καλύτερα «προσωρινές» ή και «μεσοβέζικες» διευθετήσεις (όπως, εξάλλου, είναι και η από χρόνο σε χρόνο «αναστολή» του Συμφώνου Σταθερότητας και η αναβολή χρηματοδότησης, χωρίς κλείσιμο της πόρτας, χωρών –λέγε με Πολωνία- που «βοηθούν» στον πόλεμο αλλά δεν ευθυγραμμίζονται στις υποχρεώσεις του εκ του κράτους δικαίου), παρά πάγωμα μπροστά στα δύσκολα ή τρύπες στο νερό.