Στην επαρχία, όπου πέρασαν το Πάσχα χιλιάδες χιλιάδων Έλληνες και Ελληνίδες, ήταν συγκρατημένες οι συζητήσεις για την υπόθεση Λαζαρίδη (Μακάριου), που κυριαρχεί στην πολιτική ειδησεογραφία: όχι από συμπάθεια στον υφυπουργό και «γαλάζιο» βουλευτή της Καβάλας – το αντίθετο – αλλά λίγο το κλίμα των ημερών, λίγο η αίσθηση ότι συζητάμε τα αυτονόητα, λίγο η αιώνια ρήση του Κώστα Σημίτη «αυτή είναι η Ελλάδα», «έσπρωξαν» την υπόθεση στην αρμοδιότητα των social media, μακριά από την πραγματική κοινωνία.

Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση είχε κάνει «σημαία» το θέμα: Την Τρίτη του Πάσχα το ΠΑΣΟΚ εξέδωσε τρεις ανακοινώσεις για την υπόθεση Λαζαρίδη και χθες άλλες δύο, ενώ έβγαλε μόλις μία ανακοίνωση για τις υποκλοπές, ένα θέμα που θεωρητικά τουλάχιστον, αναμένεται να δεσπόσει στη σημερινή συνεδρίαση της Βουλής και μία μετά την επισημοποίηση από την ΕΛΣΤΑΤ της εκτίναξης του πληθωρισμού στο 3,9%. Και εκεί στην ακρίβεια και σε ό,τι με «διάρκεια» πληγώνει τους πολίτες, θα χαθεί ή θα κερδηθεί η μάχη μεταξύ των αντιπάλων.

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση έχει κόστος και από την υπόθεση Λαζαρίδη, διότι πολλοί με πτυχία και μεταπτυχιακά σήμερα αναζητούν δουλειά με βάση το επιστημονικό τους αντικείμενο, αλλά δεν βρίσουν την πρόσληψη, έξω από την «πόρτα» τους,  με τις πρώτες κρούσεις. Έχει όμως η κυβέρνηση πολλαπλάσιο κόστος και από την «τελευταία» ακρίβεια – όσο κι αν χαρακτηρίζεται εισαγόμενη λόγω της σύρραξης στον Περσικό Κόλπο. Αρκετοί περίμεναν –το έλεγαν στις παρέες γύρω από τα τραπέζια του Πάσχα, συζητώντας για το αν «παίζει παραίτηση υφυπουργού- ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν θα επιζητούσε τόσο επίμονα μία δικαίωση για μία «παρωνυχίδα» μπροστά στα τόσα προβλήματα, όπως το θέμα με τον νεόκοπο υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά να καταστεί στα μάτια της κοινωνίας μία εναλλακτική κυβερνητική λύση. Και αυτό με μπαταριές δεν επιτυγχάνεται. Είναι δε ενδιαφέρον – όσο και αποκαρδιωτικό – ότι το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει σε κάποιες φάσεις να δίνει την αίσθηση ότι μπαίνει στον δρόμο του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα: την πρώτη τετραετία Μητσοτάκη, στην Κουμουνδούρου περίμεναν μακάριοι σε όλες τις περιπτώσεις τύπου Λαζαρίδη, ότι θα  έσβηνε οριστικά το καντήλι της Νέας Δημοκρατίας και θα άναβε το δικό τους, όπως στα Ιεροσόλυμα. Εκ του αποτελέσματος, στο ΠΑΣΟΚ θα όφειλαν να παρατηρήσουν ότι δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα…

Στη Χαριλάου Τρικούπη έχουν αποφασίσει να παίξουν σκληρά – αλλά ξεχνούν ότι ο Μητσοτάκης πήρε τη ΝΔ από το 28% του 2015 και την πήγε στο 40% κυρίως με ψήφους προερχόμενες από το ΠΑΣΟΚ. Αυτούς τους ανθρώπους ποιος τους εκφράζει καλύτερα σήμερα; Η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ; Μπορεί κανείς να μην τους εκφράζει– γι’ αυτό άλλωστε αυξάνονται και πληθύνονται εκείνοι που δηλώνουν αναποφάσιστοι. Ωστόσο, αν η κυβέρνηση δείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι για την ακρίβεια, ακόμα και η απόλυτη δικαίωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για θέματα όπως του Μακάριου Λαζαρίδη δεν είναι σίγουρο ότι πρόκειται να αλλάξει τον συσχετισμό.

Στο ΠΑΣΟΚ, όπως και στον ΣΥΡΙΖΑ παλιότερα, εμφανίζονται να ξεχνούν ενίοτε την αλφαβήτα της πολιτικής: τα κόμματα έχουν τους πυρήνες τους – τους ανθρώπους που για τον έναν ή τον άλλον λόγο δεν εγκαταλείπουν μπροστά στην κάλπη. Για τη ΝΔ ο πυρήνας μετρήθηκε στις πρώτες εκλογές του 2012 στο 17%. Για το ΠΑΣΟΚ, που συνετρίβη την περίοδο των μνημονίων, ο πυρήνας αποκαλύφθηκε στο 4,7% τον Ιανουάριο του 2015. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι οι πυρήνες, μικροί ή μεγαλύτεροι, δεν εξασφαλίζουν εκλογική νίκη. Την ισχυρή νίκη την δίνουν οι μετακινούμενοι ψηφοφόροι, οι οποίοι ωστόσο δεν λειτουργούν με όρους οπαδισμού.

Πέρα από όλα αυτά, υπάρχει και το θέμα των μετεκλογικών συνεργασιών: ένα ζήτημα στο οποίο «τσίμπησε» το ΠΑΣΟΚ – ενώ από τη ΝΔ το μόνο που έχουν πει είναι ότι αν πρόκειται να συνεργαστούν, μόνον με τη Χαριλάου Τρικούπη θα το έκαναν. Γιατί το κάνουν; Για να πάρουν το μήνυμα οι δυσαρεστημένοι πρώην ψηφοφόροι τους ότι ο Μητσοτάκης δεν πρόκειται να κάνει κυβέρνηση με τον Βελόπουλο ή τη Λατινοπούλου, αλλά και για να προκαλέσουν εσωτερικό πρόβλημα στο ΠΑΣΟΚ, όπου υπάρχουν δύο – τρεις γραμμές για τα μετεκλογικά, παρά την απόφαση του συνεδρίου.

Στο πρόσφατο συνέδριο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποφασίστηκε ομόφωνα ότι μετά τις εκλογές θα επιδιώξουν προοδευτική κυβέρνηση με κορμό το ΠΑΣΟΚ. Τι υπονοεί αυτή η απόφαση; Ότι ο «αυτοδύναμος» αντίπαλος του κ. Μητσοτάκη θα βρεθεί μετά από την κάλπη. Αυτό ίσως απελευθερώνει ψηφοφόρους που θα μπορούσαν να μην επιλέξουν ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, αφού θα προσδοκούν να οδηγήσουν το κόμμα τους στη συνεργασία με καλύτερους όρους, χωρίς να σκέφτονται καν ότι έτσι παραδίδουν από τα αποδυτήρια την εκλογική νίκη στη Νέα Δημοκρατία. Αλλά οι ψηφοφόροι θα φταίνε γι΄αυτό; Ο μόνος τρόπος για να μετρήσει περισσότερους ψηφοφόρους το ΠΑΣΟΚ είναι πλέον να πείσει ότι είναι το μοναδικό ηγεμονικό κόμμα στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς. Ειδικά όταν μπουν και άλλοι παίκτες στο παιχνίδι.