search icon

Γνώμες

Μετά από 40 χρόνια μεταρρυθμίσεων ξεμείναμε από τσίγκο

Η έλλειψη πινακίδων κυκλοφορίας αναδεικνύεται σε σύμβολο των διαχρονικών παθογενειών του Δημοσίου, αποκαλύπτοντας ότι, παρά την ψηφιοποίηση και τις μεταρρυθμίσεις δεκαετιών, η γραφειοκρατία και οι δυσλειτουργίες εξακολουθούν να μπλοκάρουν ακόμη και τα αυτονόητα

Στον δρόμο για το 2030 η χώρα ξέμεινε από πινακίδες. Καινούρια και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, πληρωμένα, ασφαλισμένα, φορολογημένα, εξοπλισμένα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν για έναν λόγο που μοιάζει βγαλμένος από άλλη εποχή. Το ελληνικό κράτος ξέμεινε πάλι από τα μεταλλικά ελάσματα, δηλαδή από το ευτελούς αξίας υλικό που ονομάζεται τσίγκος, πάνω στα οποία τυπώνονται οι αριθμοί κυκλοφορίας.

Μια ασήμαντη, φαινομενικά, είδηση για τους πολλούς δίνει στα ξαφνικά μια εξαιρετικά ακριβή περιγραφή της Ελλάδας. Γιατί ποιος πιστεύει ότι μια χώρα που δεν βρίσκει τσίγκο για πινακίδες μπορεί να πάει πραγματικά μπροστά; Οι πινακίδες δεν είναι κάποιο σπάνιο στρατηγικό υλικό. Δεν απαιτούν λίθιο από τη Χιλή, μικροεπεξεργαστές από την Ταϊβάν ή σπάνιες γαίες από την Κίνα. Μιλάμε για τσίγκο.

Η Ελλάδα δεν ξέμεινε πρώτη φορά από πινακίδες, ούτε ανακάλυψε σήμερα τα προβλήματα των δημοσίων προμηθειών. Αντιμετωπίζει παραλλαγές του ίδιου προβλήματος κάθε 4-5 χρόνια εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Πέρασαν κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ, Νέας Δημοκρατίας, κυβερνήσεις συνεργασίας, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τώρα επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αλλαξαν πρωθυπουργοί, δεκάδες υπουργοί Μεταφορών, εκατοντάδες νόμοι. Κάθε πολιτική εποχή βρήκε και τη δική της μεγάλη λέξη. Εκσυγχρονισμός, επανίδρυση, μεταρρύθμιση, απογραφειοκρατικοποίηση, επιτελικό κράτος, ψηφιακό κράτος. Και ο τσίγκος (αυτός που φτιάχνουν και για τα κοτέτσια) εκεί, ανθίσταται και παραμένει ανίκητος.

Κάθε φορά αλλάζει η δικαιολογία, αλλά το αποτέλεσμα παρουσιάζει αξιοθαύμαστη σταθερότητα. Και αυτή τη φορά τα γεγονότα είναι σχεδόν σατιρικά από μόνα τους. Ο κανονικός διαγωνισμός για την προμήθεια πινακίδων δεν προχώρησε, καθώς στον προσυμβατικό έλεγχο διαπιστώθηκαν νομικά προβλήματα. Τα αποθέματα άρχισαν να στερεύουν και μέσα στη ραστώνη του Αυγούστου το πρόβλημα έφτασε σε πλήρες αδιέξοδο.

Δεν υπάρχει καλύτερο σύμβολο για τις ελληνικές παθογένειες. Μια χώρα μπορεί να κάνει άλματα στα δύσκολα και να αποτυγχάνει στα εύκολα. Μπορεί να φτιάξει ένα από τα πιο λειτουργικά συστήματα ψηφιακών υπηρεσιών στην Ευρώπη, αλλά δεν έχει πινακίδες. Μπορεί να εκδίδει υπεύθυνες δηλώσεις σε δευτερόλεπτα, να συνδέει μητρώα, να καταργεί πιστοποιητικά, να σχεδιάζει υπηρεσίες Τεχνητής Νοημοσύνης και στο τέλος αυτής της εντυπωσιακής ψηφιακής διαδρομής να περιμένει ένα κομμάτι τσίγκο.

Η ιστορία των δημόσιων διαγωνισμών είναι χαρακτηριστική. Επί χρόνια γνωρίζουμε ότι μπορούν να βαλτώσουν σε ενστάσεις, προσφυγές και δικαστικές διαδικασίες. Η σημερινή κυβέρνηση το γνωρίζει πολύ καλά. Εχει κάνει την επιτάχυνση της Δικαιοσύνης κεντρική μεταρρυθμιστική της επιλογή, ενώ το θεσμικό πλαίσιο των δημόσιων συμβάσεων έχει αλλάξει επανειλημμένα. Προφανώς σε ένα κράτος δικαίου οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν δικαίωμα προσφυγής. Και η Δικαιοσύνη οφείλει να σταματά έναν διαγωνισμό όταν διαπιστώνει παρανομίες. Το παράλογο είναι πως αν γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες ότι ένας δημόσιος διαγωνισμός μπορεί να μπλοκάρει, πώς γίνεται να συμπεριφερόμαστε σαν να συμβαίνει για πρώτη φορά;

Είναι αλήθεια ότι δεν πρέπει να μηδενίσουμε την πρόοδο. Θα ήταν άδικο και πολιτικά ανόητο. Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Ελλάδα του 2000 και το σημερινό Δημόσιο δεν είναι εκείνο που υποχρέωνε τον πολίτη να περιφέρει φακέλους από γραφείο σε γραφείο για να αποδείξει στο κράτος κάτι που το ίδιο το κράτος ήδη γνώριζε. Ακριβώς όμως επειδή έχουν γίνει τόσο μεγάλες αλλαγές, η επιβίωση τέτοιων παθογενειών γίνεται ακόμη πιο ακατανόητη. Διότι αποδεικνύει κάτι που ίσως δεν θέλουμε να παραδεχθούμε. Ψηφιοποίηση δεν σημαίνει απαραιτήτως εκσυγχρονισμός. Μπορείς να βάλεις οθόνες σε ένα δυσλειτουργικό σύστημα και να εξακολουθεί να είναι δυσλειτουργικό. Μπορείς να καταργήσεις τη σφραγίδα και να κρατήσεις τη νοοτροπία που τη γέννησε. Μπορείς ακόμη και να ψηφιοποιήσεις την ελληνική γραφειοκρατία χωρίς να την έχεις νικήσει.

Η σημερινή κυβέρνηση έχει τώρα την πολιτική ευθύνη. Οχι επειδή δημιούργησε μια παθογένεια 40 ετών, αλλά επειδή κυβερνά επτά χρόνια με κεντρική υπόσχεση ακριβώς την υπέρβασή της. Η αποτελεσματικότητα, το επιτελικό κράτος και η ψηφιακή μετάβαση αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της πολιτικής της ταυτότητας. Κάποτε όμως τελειώνει η περίοδος χάριτος τού «έτσι το παραλάβαμε». Μετά από επτά χρόνια, ό,τι δεν διορθώθηκε δεν είναι πλέον μόνο κληρονομιά. Είναι και ευθύνη.

Οι χώρες δεν προχωρούν μόνο με μεγάλα έργα, επενδυτικές βαθμίδες, μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια και εθνικά σχέδια. Προχωρούν επειδή λειτουργούν τα μικρά… βαρετά, αυτονόητα πράγματα. Επειδή κάποιος μετρά τα αποθέματα, κάποιος προβλέπει τη ζήτηση, κάποιος προκηρύσσει εγκαίρως. Κάποιος άλλος έχει δεύτερη λύση όταν η πρώτη αποτύχει και κάποιος λογοδοτεί όταν τίποτε από αυτά δεν συμβεί.

Αυτό είναι διοίκηση, τα υπόλοιπα είναι εξαγγελίες. Και ίσως αυτό πρέπει να μας μείνει από τη μικρή ιστορία των πινακίδων. Δεν χρειάζεται άλλη μία μεγάλη μεταρρύθμιση που θα υποσχεθεί ότι θα αλλάξει τα πάντα. Χρειάζεται κάποτε να αποδείξουμε ότι μπορούμε να λύσουμε οριστικά τα στοιχειώδη. Αλλά για να φτάσεις μακριά πρέπει πρώτα να μπορείς να ξεκινήσεις. Και μια χώρα που, ύστερα από 40 χρόνια μεταρρυθμίσεων, εξακολουθεί να σκοντάφτει σε δύο κομμάτια τσίγκο, καλό είναι να είναι λίγο πιο φειδωλή όταν μιλά για το μέλλον. Γιατί χωρίς πινακίδες, όσο καλό αυτοκίνητο κι αν έχεις, δεν πας πουθενά, ούτε ως «οδηγός», ούτε ως χώρα.

Exit mobile version