search icon

Γνώμες

«Την πρώτη τιμωρούμε, τη δεύτερη ψηφίζουμε», μια επικίνδυνη αυταπάτη

Ο Αύγουστος έχει έναν παράξενο τρόπο να κάνει τις πολιτικές συζητήσεις περισσότερο ειλικρινείς. Στο ταξίδι, στο τραπέζι, στην παραλία, ανάμεσα στην ακρίβεια ενός λογαριασμού και στην τιμή της βενζίνης ξεφεύγουν συχνά σκέψεις που αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα, την οποία οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια. Η φράση που άκουσα πιο συχνά αυτό το […]

Ο Αύγουστος έχει έναν παράξενο τρόπο να κάνει τις πολιτικές συζητήσεις περισσότερο ειλικρινείς. Στο ταξίδι, στο τραπέζι, στην παραλία, ανάμεσα στην ακρίβεια ενός λογαριασμού και στην τιμή της βενζίνης ξεφεύγουν συχνά σκέψεις που αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα, την οποία οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια. Η φράση που άκουσα πιο συχνά αυτό το καλοκαίρι είναι: «Στην πρώτη κάλπη θα τους τιμωρήσω. Στη δεύτερη θα ψηφίσω Μητσοτάκη» και έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί προέρχεται κυρίως από ανθρώπους που προέρχονται από το πολιτικό στρατόπεδο της κυβέρνησης. Από εκείνους που το 2023 ψήφισαν Κυριάκο Μητσοτάκη και συνέβαλαν στο 41% της κυβέρνησης, αλλά σήμερα αισθάνονται ότι έχουν λόγους να του… στείλουν μήνυμα.

Οι τιμωρητικές διαθέσεις ενός μεγάλου μέρους της κομματικής βάσης της Ν.Δ. δείχνουν στην κυβέρνηση τις ευθύνες της. Θα ήταν αυτοκαταστροφικό για το Μέγαρο Μαξίμου να κατηγορήσει τους ψηφοφόρους για αυτή την εξέλιξη. Αντίθετα οφείλει να αναρωτηθεί τι έκανε ώστε να θέλουν να την τιμωρήσουν. Η δυσαρέσκεια είναι απολύτως θεμιτή και εύλογη. Το λάθος βρίσκεται στην πεποίθηση ότι μπορεί να εκφραστεί προσωρινά. Να ψηφίσει, δηλαδή, κάποιος στην πρώτη αναμέτρηση Αντώνη Σαμαρά, Αφροδίτη Λατινοπούλου, Ελληνική Λύση ή οποιαδήποτε άλλη επιλογή θεωρεί καταλληλότερη για να στείλει το μήνυμά του και στη δεύτερη κάλπη να ψηφίσει για τη διακυβέρνηση της χώρας, δηλαδή Μητσοτάκη. Μόνο που η «πρώτη κάλπη» δεν είναι δημοσκόπηση, προκριματική εκλογή ή πρόβα τζενεράλε. Παράγει αποτέλεσμα. Και από τη στιγμή που το παράγει, αρχίζει μια καινούρια πολιτική πραγματικότητα την οποία κανένας από όσους έριξαν την ψήφο τους δεν μπορεί πλέον να ελέγξει.

Το έχουμε ξαναζήσει. Τον Μάιο του 2012 η Ν.Δ. περιορίστηκε στο 18,85% και το ΠΑΣΟΚ στο 13,18%. Επτά κόμματα μπήκαν στη Βουλή και κυβέρνηση δεν σχηματίστηκε. Στις εκλογές του Ιουνίου η Ν.Δ. ανέβηκε σχεδόν στο 30%, ο ΣΥΡΙΖΑ στο 26,9% και σχηματίστηκε κυβέρνηση με Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜ.ΑΡ. υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Η δεύτερη κάλπη πράγματι διόρθωσε ένα μέρος της πρώτης, αλλά μπήκαμε σε μεγάλες περιπέτειες και για να επιστρέψουμε στην οικονομική και πολιτική κανονικότητα έπρεπε να φτάσουμε στο 2019. Ολα αυτά είναι πολύ πρόσφατα για να τα ξεχάσουμε κιόλας.

Σήμερα η Κεντροαριστερά είναι ήδη κατακερματισμένη. Το ΠΑΣΟΚ, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, η Μαρία Καρυστιανού, η Ζωή Κωνσταντοπούλου και μικρότεροι σχηματισμοί διεκδικούν συγγενή ακροατήρια. Αν παράλληλα αρχίσει να κατακερματίζεται και η Κεντροδεξιά, δεν θα έχουμε απλώς περισσότερες επιλογές στα ψηφοδέλτια. Θα έχουμε ένα διαφορετικό σύστημα πολιτικών συσχετισμών υψηλής επικινδυνότητας που ισοδυναμεί με χάος. Η κάλπη δεν καταγράφει δίπλα στην ψήφο «προσωρινή», «τιμωρητική», «θα επιστρέψω την επόμενη φορά». Μετράει ένα ψηφοδέλτιο όπως ακριβώς όλα τα άλλα. Ο ψηφοφόρος που σχεδίαζε να επιστρέψει απλώς στη δεύτερη Κυριακή θα ανακαλύψει ότι δεν είναι επανάληψη της πρώτης. Είναι διαφορετικές εκλογές, που ανάμεσά τους παρεμβάλλονται διερευνητικές εντολές, πολιτικές διαπραγματεύσεις, πιθανές συμφωνίες και σενάρια για κυβερνήσεις συνεργασίας.

Μια Ν.Δ. με πάνω από 30% στις προσεχείς εκλογές θα συνεχίσει να αποτελεί έναν πόλο σταθερότητας. Μια Ν.Δ. κάτω από το 30% ανοίγει σενάρια συνεργασιών και μεγάλες εσωκομματικές συζητήσεις. Και μια επίδοση κάτω από το 25% απενεργοποιεί το κλιμακωτό μπόνους εδρών για το πρώτο κόμμα και μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά.

Ο κίνδυνος αφορά πολύ περισσότερα από τη Νέα Δημοκρατία και το αν θα ανοίξει θέμα διαδοχής του Μητσοτάκη. Αφορά τη σταθερότητα ενός πολιτικού συστήματος σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα έχει μπροστά της δύσκολες οικονομικές και γεωπολιτικές αποφάσεις. Οι επενδύσεις, η οικονομία, το δημογραφικό, η δημοσιονομική αξιοπιστία, η άμυνα, οι σχέσεις με την Τουρκία, οι ευρωπαϊκές αποφάσεις και οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν μπαίνουν σε αναμονή επειδή η Ελλάδα αποφάσισε να κάνει δύο ή τρεις εκλογικές δοκιμές.

Ο πολίτης, όχι μόνο δικαιούται να αλλάξει ψήφο, αλλά αν πιστεύει ότι υπάρχει καλύτερη κυβερνητική πρόταση, οφείλει να την επιλέξει. Αλλο όμως «επιλέγω άλλον επειδή θέλω να κυβερνήσει» και άλλο «τον ψηφίζω προσωρινά για να φοβίσω αυτόν που τελικά θέλω να κυβερνήσει». Στη δεύτερη περίπτωση δεν επιλέγεις διαφορετική κυβέρνηση. Ποντάρεις ότι θα μπορέσεις αργότερα να ανακαλέσεις τις συνέπειες της πρώτης επιλογής σου. Και αυτή είναι η επικίνδυνη ψευδαίσθηση.

Η πρώτη κάλπη μπορεί να οδηγήσει πράγματι σε δεύτερη. Μπορεί η δεύτερη να δημιουργήσει καθαρότερη λύση. Μπορεί οι ψηφοφόροι να επιστρέψουν στις αρχικές τους επιλογές, μπορεί όμως και όχι. Αυτό το «μπορεί» είναι ολόκληρη η ουσία. Γιατί η δημοκρατία δίνει στον πολίτη το απόλυτο δικαίωμα να επιλέξει όποιον θέλει. Δεν του δίνει όμως το δικαίωμα να επιλέξει και τι θα κάνουν μετά όλοι οι υπόλοιποι. Η κάλπη δεν είναι πρόβα, ούτε γκάλοπ, ούτε μήνυμα στο κινητό του πρωθυπουργού. Είναι απόφαση. Και καμιά φορά μια ψήφος που δίνεται για να ακουστεί ένα μήνυμα καταλήγει να γράφει μια ιστορία πολύ διαφορετική από εκείνη που είχε στο μυαλό του ο αποστολέας.

Exit mobile version