Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Για σχεδόν πέντε χρόνια το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως η μεγάλη «μηχανή» της ελληνικής οικονομίας. Από τα δημόσια έργα και τις επενδύσεις μέχρι τα επιχειρηματικά δάνεια, τα προγράμματα στέγασης και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, οι πόροι των 36 δισ. ευρώ επηρέασαν θετικά σχεδόν κάθε πτυχή της οικονομικής δραστηριότητας. Τώρα, όμως, το πρόγραμμα μπαίνει στην τελική του ευθεία και μαζί τελειώνει σταδιακά και μια περίοδος πρωτοφανούς δημοσιονομικής και επενδυτικής στήριξης για τη χώρα.

Η συζήτηση στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο για τον οδικό χάρτη έως τη λήξη του προγράμματος δεν είχε μόνο τεχνικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα σηματοδότησε την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης για ένα εργαλείο που αποτέλεσε βασικό πυλώνα ανάπτυξης μετά την πανδημία. Το διπλό αίτημα εκταμίευσης των 2,6 δισ. ευρώ μπορεί να δίνει ανάσα στην τελευταία φάση του προγράμματος, όμως η πραγματική πρόκληση βρίσκεται πλέον μπροστά.
Η πίεση του χρόνου είναι ασφυκτική. Μέχρι το τέλος Αυγούστου θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί 134 διαφορετικά ορόσημα, μεταρρυθμίσεις και επενδυτικά προγράμματα, ώστε τον Σεπτέμβριο να υποβληθεί το τελικό αίτημα πληρωμής των 4,8 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα τεράστιο διοικητικό και πολιτικό «σπριντ», με την κυβέρνηση να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει απώλεια πόρων ή ακόμα και δημοσιονομικές επιβαρύνσεις. Η αλήθεια είναι ότι το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως βασικός επιταχυντής της ελληνικής οικονομίας σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη άνοιξε για πρώτη φορά τόσο αποφασιστικά τη στρόφιγγα του κοινού δανεισμού. Η ανάπτυξη, η αύξηση των επενδύσεων, η επέκταση των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων και η κινητικότητα στην αγορά ακινήτων συνδέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με αυτή τη ροή κεφαλαίων.

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, γεννιέται πλέον ένας εύλογος προβληματισμός: Τι θα συμβεί όταν αυτή η ροή σταματήσει; Και αυτό επειδή το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα ολοκληρώσει επιτυχώς τα τελευταία ορόσημα. Το βαθύτερο ζήτημα είναι αν η οικονομία μας έχει αποκτήσει πλέον αρκετή αυτονομία ώστε να συνεχίσει να αναπτύσσεται χωρίς την τεράστια ένεση κοινοτικών πόρων που τη στήριξε τα προηγούμενα χρόνια.

Η κυβέρνηση επιχειρεί ήδη να σχεδιάσει τη «γέφυρα» προς την επόμενη εποχή. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, αλλά και το επόμενο ΕΣΠΑ αποτελούν τα βασικά εργαλεία πάνω στα οποία θα στηριχθεί η συνέχεια. Παράλληλα, τα 2 δισ. ευρώ που μεταφέρονται στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα επιχειρούν να κρατήσουν ζωντανή τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Παρά ταύτα, η μετάβαση μόνο εύκολη δεν μοιάζει. Οι οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου -και ιδιαίτερα η Ελλάδα- εξαρτήθηκαν έντονα από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η πιθανότητα να δημιουργηθεί επενδυτικό κενό μετά το τέλος του προγράμματος είναι υπαρκτή και αρκετοί αναλυτές φοβούνται ότι χωρίς νέα ευρωπαϊκά εργαλεία η αναπτυξιακή δυναμική θα αρχίσει σταδιακά να εξασθενεί.
Το στεγαστικό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αγωνίας. Τα προγράμματα «Σπίτι μου» λειτούργησαν ως βασικά εργαλεία στήριξης της αγοράς κατοικίας, όμως όλοι γνωρίζουν ότι οι πόροι του Ταμείου τελειώνουν. Η συζήτηση για ένα πιθανό «Σπίτι μου 3» αποκαλύπτει ακριβώς αυτό το άγχος της επόμενης ημέρας: πώς θα συνεχιστεί η κρατική στήριξη όταν το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο αποσυρθεί.

Την ίδια στιγμή, στην Ευρώπη έχει ήδη ανοίξει η μεγάλη πολιτική μάχη για το αν θα υπάρξει ένα «δεύτερο Ταμείο Ανάκαμψης». Η Ελλάδα και η Γαλλία πιέζουν προς μια πιο μόνιμη μορφή κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού που θα χρηματοδοτεί την άμυνα, την πράσινη μετάβαση, τις τεχνολογίες AI και τις στρατηγικές επενδύσεις. Από την άλλη πλευρά, οι λεγόμενες «φειδωλές» χώρες, με πρώτη τη Γερμανία, εμφανίζονται εξαιρετικά επιφυλακτικές απέναντι σε μια μονιμοποίηση του κοινού χρέους. Η συζήτηση αυτή, λοιπόν, ξεπερνά τα στενά ελληνικά όρια. Στην πραγματικότητα, αφορά το μέλλον ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής: περισσότερη κοινή χρηματοδότηση και επενδύσεις ή επιστροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία και τους αυστηρούς κανόνες;

Στο εσωτερικό, η πολιτική σύγκρουση ήδη κλιμακώνεται. Η κυβέρνηση μιλά για πλήρη αξιοποίηση των πόρων και επιτυχημένη ολοκλήρωση του προγράμματος, ενώ η αντιπολίτευση καταγγέλλει κακό σχεδιασμό, ασφυκτικές προθεσμίες και επενδυτικά σχέδια που μένουν εκτός χρηματοδότησης.

Πίσω από την κομματική αντιπαράθεση, όμως, κρύβεται μια ουσιαστική αγωνία: κατάφερε τελικά η Ελλάδα να αξιοποιήσει το Ταμείο Ανάκαμψης για να αλλάξει πραγματικά το παραγωγικό της μοντέλο ή απλώς για να συντηρήσει έναν ακόμη κύκλο ανάπτυξης βασισμένο σε ευρωπαϊκές ενέσεις ρευστότητας;

Η -καθόλου εύκολη- απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και το πώς θα μοιάζει η ελληνική οικονομία μετά το τέλος του σημαντικότερου ευρωπαϊκού προγράμματος της τελευταίας δεκαετίας. Και, εννοείται, πώς θα είναι μετά το Ταμείο Ανάκαμψης οι πολίτες στην Ελλάδα. Οποιος έχει την απάντηση, ας σηκώσει το χέρι του.