Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους οδήγησε τον δανεισμό της βρετανικής κυβέρνησης στο υψηλότερο επίπεδο για μήνα Μάιο των τελευταίων έξι ετών, αναδεικνύοντας τις δημοσιονομικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει όποιος διαδεχθεί τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή από τη βρετανική Στατιστική Υπηρεσία (ONS), το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε τον Μάιο στα 23,3 δισ. λίρες (30,7 δισ. δολάρια), σημαντικά υψηλότερα από τις προβλέψεις των οικονομολόγων που ανέμεναν έλλειμμα 18,9 δισ. λιρών.
Το αποτέλεσμα αυτό ανεβάζει τον συνολικό δανεισμό των δύο πρώτων μηνών του νέου οικονομικού έτους στα 46,3 δισ. λίρες, δηλαδή κατά 7,7 δισ. λίρες υψηλότερα από τις προβλέψεις που είχε δημοσιεύσει τον Μάρτιο το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR), πριν αποτυπωθούν πλήρως οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν.
Πίεση στα δημόσια οικονομικά
Τα νέα στοιχεία καταδεικνύουν τη στενότητα των δημοσιονομικών περιθωρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε μια περίοδο που εντείνεται η πολιτική αβεβαιότητα.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τη νίκη του Άντι Μπέρναμ σε ειδική εκλογική αναμέτρηση την Πέμπτη, η οποία του ανοίγει τον δρόμο για να διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών και ενδεχομένως την πρωθυπουργία από τον Κιρ Στάρμερ.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο οποίος πλέον είναι και βουλευτής των Εργατικών, θα μπορούσε να επικρατήσει σε μια εσωκομματική αναμέτρηση για την ηγεσία.
Η βρετανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες. Οι ανάγκες χρηματοδότησης για το κοινωνικό κράτος, οι πληρωμές τόκων και το κόστος παροχής δημόσιων υπηρεσιών αυξάνονται, την ώρα που η οικονομική ανάπτυξη παραμένει υποτονική και περιορίζει τα φορολογικά έσοδα.
Η κατάσταση αυτή δυσκολεύει σημαντικά τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης και ενισχύει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών τα επόμενα χρόνια.
Οι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στο ενδεχόμενο πολιτικής αλλαγής, φοβούμενοι ότι μια νέα ηγεσία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο αριστερή οικονομική πολιτική και χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Οι ανησυχίες αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει ήδη το υψηλότερο κόστος δανεισμού μεταξύ των χωρών της G7.
Ωστόσο, ο Άντι Μπέρναμ έχει επιχειρήσει να καθησυχάσει τις αγορές, διαβεβαιώνοντας ότι θα τηρήσει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες και δεν θα αποκλίνει από το πλαίσιο δημοσιονομικής σταθερότητας.
Διαβάστε ακόμη
Αγορά εργασίας: Τι ζητούν οι εργαζόμενοι από το γραφείο της επόμενης ημέρας
Morgan Stanley: Ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες – Βλέπει περιθώριο ανόδου έως 25%
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.