search icon

Bloomberg

Γιατί οι ευρωπαϊκές εταιρείες καταναλωτικών αγαθών δεν προχωρούν σε νέες ανατιμήσεις (γράφημα)

Το αυξημένο κόστος διαβίωσης το οποίο καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι έχει φέρει τις εταιρείες παραγωγής καταναλωτικών αγαθών σε δύσκολο σημείο

Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές έχουν απηυδήσει με τον πληθωρισμό και αυτό φαίνεται στις αγοραστικές τους συνήθειες.

Γνωστά ονόματα της αγοράς όπως Unilever Plc και Reckitt Benckiser Group Plc έχουν καταγράψει μειωμένες πωλήσεις τους τελευταίους μήνες, αφού πολλοί καταναλωτές φαίνεται πως στρέφονται, πια, στις φθηνότερες εναλλακτικές δεδομένης της κρίσης του κόστους διαβίωσης. Το πρόβλημα είναι αποδεικνύεται ιδιαίτερα αισθητό στην Ευρώπη, όπου πολλές αλυσίδες σούπερ μάρκετ δε δέχονται πια περαιτέρω αύξηση των τιμών από τις εταιρείες αυτές. 

«Οι Ευρωπαίοι δέχονται τεράστια πίεση. Υπάρχει σημαντικό πρόβλημα με την αγοραστική τους δύναμη», τόνισε ο CEO της Reckitt, Νικάντρο Ντουράντε.

Τα προϊόντα υγιεινής της Reckitt δεν επηρεάζονται, συνήθως, από τη δημιουργία κρίσης αφού αποτελούν σπανιότερες αγορές και θεωρούνται ως ουσιώδη από τους καταναλωτές. Παρ’ όλα αυτά, η βρετανική εταιρεία ανακοίνωσε μείωση του όγκου πωλήσεών της κατά 5,8% το τελευταίο τρίμηνο του 2022, κάτι το οποίο ενδέχεται να οφείλεται στη μείωση της πώλησης των προϊόντων απολύμανσης Lysol μετά την πανδημία.

Παρόμοια είναι και η κατάσταση στην Unilever. Όταν ο κολοσσός αύξησε τις τιμές των προϊόντων του κατά 8,3% στην Ευρώπη το 2022, οι πωλήσεις της κατέγραψαν μείωση της τάξης του 3,9%. Σε αντίθεση με την κατάσταση στη Γηραιά Ήπειρο, μία ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των τιμών της στις ΗΠΑ μείωσε τις πωλήσεις της μόνο κατά 4%. Τόσο οι Nestle SA, Danone και Colgate-Palmolive Co. έχουν καταγράψει παρόμοια στοιχεία μειωμένων πωλήσεων στην Ευρώπη.

«Πρόκειται για μία σημαντική αλλαγή των δεδομένων», τόνισε ο Chief Financial Officer (CFO) της Unilever, Γκραμ Πιτκέθλι, προσθέτοντας πως «έχουμε παρατηρήσει πως οι Ευρωπαίοι καταναλωτές προτιμούν τις λιγότερο γνωστές μάρκες στους περισσότερους τομείς των καταναλωτικών προϊόντων».

«Oι εταιρείες οι οποίες παράγουν οικιακά προϊόντα και προϊόντα προσωπικής φροντίδας φαίνεται πως έχουν καταλάβει πως δεν μπορούν να αυξήσουν τις τιμές τους όσο μπορούν οι εταιρείες που παράγουν τρόφιμα και ποτά», τόνισαν οι αναλυτές της Barclays, Λώρεν Λίμπερμαν και Άντριου Λαζάρ. 

H περιορισμένη δύναμη ανατιμολόγησης των εταιρειών αυτών είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτή των αυτοκινητοβιομηχανιών και των αεροπορικών οι οποίες μπορούν να αυξήσουν τις τιμές τους περαιτέρω, βασιζόμενες στην περιορισμένη προσφορά και την αυξημένη ζήτηση.

Νέα σοκ

Οι CEOs εταιρειών όπως Reckitt και Nestle υποστηρίζουν πως ο πληθωρισμός έχει φτάσει το ανώτατο όριό του. Παρ’ όλα αυτά, τα προβλήματα στη γεωργική εφοδιαστική αλυσίδα, τα γεωπολιτικά εμπόδια που προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία και η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ανάκαμψη της κινεζικής οικονομίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην πρόκληση νέων σοκ στις αγορές.

Την προηγούμενη εβδομάδα, για παράδειγμα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε πως θα επιβάλλει δασμό 200% στις εισαγωγές ρωσικού αλουμινίου, κάτι το οποίο θα αυξήσει τα λειτουργικά κόστη των περισσοτέρων εταιρειών και ιδιαίτερα των κολοσσών Coca-Cola Co. και PepsiCo. Ο αποχωρών CEO της Unilever, Άλαν Τζοπ, από την πλευρά του, προέβλεψε πρόσφατα την απότομη αύξησης της κατανάλωσης της κινεζικής αγοράς.

«Όσο διαρκεί η πληθωριστική κρίση, τόσο δυσκολότερη γίνεται και η λήψη αποφάσεων για περαιτέρω αύξηση των τιμών των αγαθών», τόνισε ο Chief Financial Officer (CFO) της Procter & Gamble Co., Αντρέ Σούλτεν, προσθέτοντας πως «κάνουμε ό,τι περνάει απ’ το χέρι μας για να αντισταθμίσουμε τα αυξημένα λειτουργικά κόστη με την αύξηση της παραγωγικότητάς μας έτσι ώστε να μην υπάρξουν περαιτέρω αυξήσεις των τιμών».

Δύσκολοι καιροί

Οι δομικές διαφορές όσον αφορά την διαπραγμάτευση των τιμών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ενδέχεται να έχουν παίξει κι αυτές ρόλο στη γενικότερη εικόνα των αγορών. Στην Ευρώπη, οι προμηθευτές συνήθως διαπραγματεύονται τις τιμές με τις εταιρείες λιανικού εμπορίου μία φορά το χρόνο, ενώ στις ΗΠΑ, οι διαπραγματεύσεις αυτές γίνονται πολλές φορές στη διάρκεια ενός έτους.

Ο αναπληρωτής CEO της Danone, Γιούργκεν Έσσερ, υπογράμμισε πως η εταιρεία αντιμετωπίζει προβλήματα  στην Ευρώπη λόγω της δυσανάλογης αύξησης του λειτουργικού κόστους της και των νέων τιμολογικών διαπραγματεύσεων. Η εταιρεία αναγκάστηκε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να σταματήσει την προσφορά συγκεκριμένων προϊόντων στην αγορά αφού δεν είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί εκ νέου τις τιμές.

Οι διαπραγματεύσεις αυτές μπορεί, επίσης και να αποτύχουν. Η Heinz πρόσφατα σταμάτησε να προμηθεύει τη βρετανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ Tesco Plc με τα προϊόντα της λόγω διαφωνίας όσον αφορά τις τιμές.

Άλλα προϊόντα, όπως οι τροφές κατοικίδιων ζώων των Nestle και Colgate έχουν καταγράψει σταθερή ζήτηση. Οι δύο εταιρείες αύξησαν τόσο τις τιμές όσο και τις πωλήσεις τους.

Η λήψη λανθασμένων στρατηγικών αποφάσεων μπορεί επίσης να πλήξει την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών, σύμφωνα με το στέλεχος της Bain & Company, Ρίτσαρντ Γουέμπστερ, ο οποίος τόνισε πως «υπάρχει μία δυναμική ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών αυτών, βάσει της οποίας εάν μία εξ αυτών προχωρήσει σε αύξηση των τιμών της τη στιγμή που η ανταγωνιστής τις κρατήσει σταθερές, οι ισορροπίες στην αγορά θα αλλάξουν δραματικά».

Διαβάστε ακόμα

Απομακρύνονται τα σύννεφα της ύφεσης από την Ευρωζώνη

Τι αλλάζει με το νέο μισθολόγιο στο Δημόσιο

O Dr Doom «βλέπει» την τέλεια καταιγίδα κρίσεων να έρχεται – Οι προβλέψεις του Ρουμπινί

Exit mobile version