Bloomberg

Μόνο ο Τραμπ μπορεί να σώσει την παγκόσμια οικονομία

  • newsroom


Η αυξημένη εισροή των κινεζικών εισαγωγών στην Ευρώπη μετά την είσοδο του Πεκίνου στον ΠΟΕ προκάλεσε συνθήκες περισσότερης καινοτομίας στην Ευρώπη

Καθώς η παγκόσμια οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, η προσοχή επικεντρώνεται στην εύρεση της σωστής απάντησης από τους πολιτικούς. Στην Ευρώπη, πολλοί κεντρικοί τραπεζίτες ζητούν από πολιτικούς σε χώρες όπως η Γερμανία να εφαρμόσουν μια πολιτική δημοσιονομικών κινήτρων ως συμπλήρωμα στην πρόσφατη νομισματική πολιτική. Στις ΗΠΑ, ο Πρόεδρος Donald Trump κατηγορεί την Ομοσπονδιακή Τράπεζα της χώρας για την αποτυχία της να μειώσει τα επιτόκια αρκετά γρήγορα, αφήνοντας το δολάριο εκτεθειμένο σε υπερβολική αποτίμηση.

Αλλά κάθε τέτοιο αντίδοτο θα ήταν μόνο η δεύτερη καλύτερη απάντηση σε αυτό που πραγματικά οδηγεί στην παγκόσμια επιβράδυνση. Η παγκόσμια οικονομία υποφέρει εξαιτίας των εμπορικών εντάσεων και των ολέθριων επιπτώσεων που έχει η αβεβαιότητα στις αποφάσεις των καταναλωτών και των εταιρειών για τις δαπάνες τους. Μέχρις ότου επιλυθεί αυτό, κάθε άλλη κίνηση πολιτικής θα έχει περιορισμένο αντίκτυπο στην ανάπτυξη.

Οι προβλέψεις του ΠΟΕ

Το βάρος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία είναι σαφές από την πιο πρόσφατη δέσμη προβλέψεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα. Ο ΠΟΕ προβλέπει τώρα ότι ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου εμπορευμάτων θα αυξηθεί μόνο κατά 1,2% το 2019, ποσό που είναι μικρότερο από το μισό της πρόβλεψης για ανάπτυξη 2,6% που διατυπώθηκε τον Απρίλιο. Η ανάπτυξη του εμπορίου αναμένεται να ανακάμψει το επόμενο έτος στο 2,7%, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο οι εμπορικές εντάσεις θα εξελιχθούν. Κατά τα τελευταία δύο χρόνια, ο ίδιος δείκτης έχει καταγράψει κατά μέσο όρο ετήσιο ποσοστό αύξησης 3,8%.

Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η ισχυρή ανάπτυξη του εμπορίου οδηγεί σε γρήγορη οικονομική ανάπτυξη. Σε μια κλασσική μελέτη, οι οικονομολόγοι Jeffrey Frankel και David Romer διαπίστωσαν ότι η απόσταση μιας χώρας από άλλες, αποτελεί ισχυρό παράγοντα πρόβλεψης της οικονομικής μεγέθυνσης, αφού έλαβε υπόψη της κι άλλα χαρακτηριστικά. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι παρόμοιοι γεωγραφικοί παράγοντες δεν αποτελούν συνέπεια του εισοδήματος ή της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά έχουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της ποσότητας εμπορευμάτων που μια χώρα διακινεί. Ως εκ τούτου, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το εμπόριο πρέπει να έχει σημαντική επίπτωση στην ανάπτυξη, συγκεκριμένα προωθώντας τη συσσώρευση φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου και επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να απολαμβάνουν οικονομίες κλίμακας.

Η Κίνα βοήθησε την καινοτομία στην Ευρώπη

Άλλες μελέτες έχουν επίσης δείξει ότι οι προσπάθειες απελευθέρωσης του εμπορίου έχουν ωθήσει τις εταιρείες να γίνουν πιο παραγωγικές. Μια άλλη ομάδα οικονομολόγων, οι Nicholas Bloom, Mirko Draca και John Van Reenen, έγραψε σε μια μελέτη ότι η αυξημένη εισροή των κινεζικών εισαγωγών στην Ευρώπη μετά την είσοδο του Πεκίνου στον ΠΟΕ προκάλεσε συνθήκες περισσότερης καινοτομίας στην Ευρώπη υπογραμμίζοντας τη θετική επίδραση του ανταγωνισμού από το εξωτερικό.

Ο εμπορικός πόλεμος είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα

Με βάση τα παραπάνω, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι επιζήμιες επιπτώσεις της εμπορικής σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ, της Κίνας και άλλων χωρών γίνονται προοδευτικά όλο και πιο φανερές. Την περασμένη εβδομάδα, ορισμένοι δείκτες στον τομέα της μεταποίησης – ο οποίος είναι περισσότερο εκτεθειμένος στην εξωτερική ζήτηση – παρουσίασαν έντονα σημάδια αδυναμίας στην παγκόσμια οικονομία. Στις ΗΠΑ, ο εργοστασιακός δείκτης του Ινστιτούτου Διαχείρισης Προμηθειών μειώθηκε σε 47,8 μονάδες τον Σεπτέμβριο, που είναι ο χαμηλότερος από τον Ιούνιο του 2009, ενώ ο δείκτης των εντολών για εξαγωγές μειώθηκε σε 41, που είναι το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2009. Ο δείκτης HIS Markit για την παραγωγή στην ευρωζώνη άγγιξε το 45,7 τον περασμένο μήνα, επίπεδο που είναι το χαμηλότερο από τον Οκτώβριο του 2012, στο απόγειο της κρίσης χρέους των κρατών -μελών της Ζώνης του Ευρώ. Η πτώση ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Γερμανία, η οποία είδε το δείκτη να μειώνεται στα 41,7, το χαμηλότερο σημείο που αυτός βρέθηκε μετά το 2009.