Ο διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen AG, Όλιβερ Μπλούμε, βρίσκεται αντιμέτωπος με μία ιδιαίτερα δύσκολη μάχη προκειμένου να προωθήσει μια ριζική αναδιάρθρωση της αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την αρχική στήριξη του εποπτικού συμβουλίου.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου, οι προτάσεις του Μπλούμε, που περιλαμβάνουν νέες περικοπές θέσεων εργασίας, κλείσιμο εργοστασίων και ακόμη και τον πιθανό διαχωρισμό της μάρκας Volkswagen από τον υπόλοιπο όμιλο –ο οποίος περιλαμβάνει επίσης τις Audi και Porsche– απορρίφθηκαν από τα 12 από τα 19 μέλη του εποπτικού συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της Πέμπτης.
Χωρίς τη στήριξη των εκπροσώπων των εργαζομένων, οι οποίοι καταλαμβάνουν δέκα από τις θέσεις του εποπτικού συμβουλίου, αλλά και του κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας, του δεύτερου μεγαλύτερου μετόχου της εταιρείας, οι προοπτικές υλοποίησης του φιλόδοξου σχεδίου αναδιάρθρωσης παραμένουν αβέβαιες.
Αργά το βράδυ της Πέμπτης, η Volkswagen περιορίστηκε σε γενικόλογες ανακοινώσεις μετά τη συνεδρίαση, δεσμευόμενη ότι θα μειώσει την πολυπλοκότητα του εκτεταμένου χαρτοφυλακίου μοντέλων της και θα επικεντρωθεί στα πιο ελκυστικά τμήματα της αγοράς.
Ο αναλυτής της Jefferies, Φιλίπ Ουσουά, σχολίασε σε σημείωμά του προς τους πελάτες ότι «δεν υπήρξε καμία ένδειξη προόδου προς συμφωνία σχετικά με το κλείσιμο εργοστασίων, το πενταετές επενδυτικό πρόγραμμα ή περαιτέρω μειώσεις προσωπικού».
Ως αποτέλεσμα, η ανακοίνωση ότι η Volkswagen σχεδιάζει να μειώσει στο μισό τη γκάμα των μοντέλων της δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αντίδραση στις αγορές. Η μετοχή της εταιρείας παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη την Παρασκευή.
Παρότι οι αλλαγές στη Volkswagen ήταν ανέκαθεν δύσκολες λόγω της ιδιαίτερης εταιρικής της δομής, οι προκλήσεις για το βιομηχανικό της μέλλον είναι σήμερα μεγαλύτερες από ποτέ. Τα κέρδη από την κινεζική αγορά δύσκολα θα επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα, καθώς εγχώριοι ανταγωνιστές όπως η BYD κερδίζουν συνεχώς μερίδια αγοράς, ενώ οι αμερικανικοί δασμοί περιορίζουν τις αποδόσεις των πολυτελών σημάτων Audi και Porsche.
Παράλληλα, η Volkswagen δυσκολεύεται να μειώσει το κόστος παραγωγής στη Γερμανία, το οποίο, σύμφωνα με την Jefferies, είναι περίπου κατά δύο τρίτα υψηλότερο σε σχέση με άλλες μονάδες του ομίλου, όπως στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Το υψηλό εργατικό και ενεργειακό κόστος, η γραφειοκρατία, αλλά και ένα εργατικό δυναμικό που έχει συνηθίσει σε γενναιόδωρα μπόνους και διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη, αποτελούν βασικούς παράγοντες που επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα.
Η υπομονή των επενδυτών αναμένεται να δοκιμαστεί τους επόμενους μήνες, καθώς ο Μπλούμε σκόνταψε ήδη στο πρώτο μεγάλο εμπόδιο της προσπάθειάς του να αναστρέψει τη συνεχή υποχώρηση της κερδοφορίας. Η χρηματιστηριακή αξία της Volkswagen εξακολουθεί να κινείται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας, στα περίπου 38,6 δισ. ευρώ (44,1 δισ. δολάρια), γεγονός που σημαίνει ότι η εταιρεία αποτιμάται ουσιαστικά όσο και τα καθαρά ταμειακά της διαθέσιμα.
Σε ανακοίνωσή του την Παρασκευή, ο Μπλούμε υποστήριξε ότι η διοίκηση «αναλαμβάνει την ευθύνη για το βιώσιμο μέλλον της εταιρείας σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται υπό τεράστια πίεση». Όπως ανέφερε, το σχέδιο ανασυγκρότησης θα καταστήσει τον όμιλο «ακόμη πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό, ακόμη και σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον».
Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων αντέδρασαν άμεσα, αυξάνοντας την πίεση προς τη διοίκηση. Η πρόεδρος του συμβουλίου εργαζομένων και μέλος του εποπτικού συμβουλίου, Ντανιέλα Καβάλο, απηύθυνε ουσιαστικά τελεσίγραφο προς τον Μπλούμε, ζητώντας του να δώσει εξηγήσεις στο προσωπικό της εταιρείας κατά τη διάρκεια συνάντησης την Παρασκευή.
Η στάση αυτή σηματοδοτεί αισθητή αλλαγή στο κλίμα. Ο Μπλούμε, που έχει διανύσει ολόκληρη την επαγγελματική του πορεία στη Volkswagen, μέχρι σήμερα είχε αποφύγει τις σφοδρές επιθέσεις που είχαν εξαπολύσει οι συνδικαλιστές εναντίον του προκατόχου του, Χέρμπερτ Ντις, ο οποίος τελικά αποχώρησε από τη διοίκηση της εταιρείας το 2022.
Την Παρασκευή, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απέστειλαν εσωτερική επιστολή προς το προσωπικό, κατηγορώντας τη διοίκηση ότι καλλιεργεί κλίμα φόβου σχετικά με πιθανές απώλειες θέσεων εργασίας. Στην επιστολή ζητούν από τον Μπλούμε και την ομάδα του να απαντήσουν σε περισσότερες από 80 ερωτήσεις, προκειμένου να αποσαφηνίσουν το περιεχόμενο του σχεδίου αναδιάρθρωσης.
Όπως αναφέρουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, το σχέδιο «εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά, ασυνέπειες και αντιφάσεις». Υπενθυμίζουν επίσης ότι, όπως συμβαίνει σε πολλές μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, η Volkswagen λειτουργεί με το σύστημα της συνδιοίκησης, στο οποίο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συμμετέχουν ενεργά στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων.
Στη Volkswagen, μάλιστα, η επιρροή τους είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το ομόσπονδο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας κατέχει ποσοστό 20% της εταιρείας και διαθέτει ειδικά δικαιώματα αρνησικυρίας. Οι δύο εκπρόσωποί του στο εποπτικό συμβούλιο συντάσσονται συνήθως με την πλευρά των εργαζομένων, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά την προώθηση σχεδίων που υποστηρίζουν κυρίως οι επενδυτές.
Ο αναλυτής της Bernstein, Στίβεν Ράιτμαν, εκτιμά ότι αρκετοί θα θεωρήσουν τη σύγκρουση αυτή μέρος της διαχρονικής «χορογραφίας» ανάμεσα στη διοίκηση και τα συνδικάτα της Volkswagen. Ωστόσο, σημειώνει ότι η σημερινή αντιπαράθεση θυμίζει περισσότερο την αποτυχημένη προσπάθεια του 2024 να κλείσουν εργοστάσια στη Γερμανία, ένα σχέδιο που τελικά αποδυναμώθηκε σημαντικά.
Μετά το αρχικό αυτό αδιέξοδο, η διοίκηση ενδέχεται να επιλέξει μια σταδιακή προσέγγιση, προωθώντας επιμέρους μέτρα μείωσης του κόστους, τα οποία πιθανότατα θα χρειαστούν αρκετούς μήνες μέχρι να οριστικοποιηθούν.
«Το δεύτερο εξάμηνο της χρονιάς θα είναι δύσκολο», καταλήγουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στην επιστολή τους προς το προσωπικό.
Διαβάστε ακόμη
Theon: Ο μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκό όμιλο αμυντικής τεχνολογίας
Το αρχοντικό του 1880 στην Κέρκυρα και οι επίδοξοι αγοραστές
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
