Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

H αξία του παγκόσμιου εμπορίου τροφίμων και αγροτικών προϊόντων έχει πενταπλασιαστεί από το 2000, φθάνοντας πλέον περίπου τα 2 τρισ. δολάρια, ενώ ολοένα και περισσότερες χώρες εντάσσονται στα διεθνή εμπορικά δίκτυα. Την ίδια ώρα, ”πακέτο” με τη θετική αυτή συγκυρία, πάνε οι συνεχόμενες και ολοένα πιο έντονες κρίσεις της τελευταίας 25ετίας.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της νέας έκθεσης The State of Agricultural Commodity Markets (SOCO) 2026 του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).

Συγκεκριμένα, από το 2000 και μετά, οι παγκόσμιες αγορές τροφίμων και αγροτικών προϊόντων έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με σοκ, όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, πανδημίες, ένοπλες συγκρούσεις, χρηματοπιστωτικές αναταράξεις, αλλά και απότομες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των λιπασμάτων.

Όλα τα παραπάνω, έχουν επανειλημμένα διαταράξει την παραγωγή, τις εμπορικές ροές και τις τιμές, εντείνοντας τις ανησυχίες για το κατά πόσο οι διεθνείς αγορές μπορούν να διασφαλίσουν σταθερή πρόσβαση σε τρόφιμα, ιδιαίτερα για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές και για τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς.

Οι αγορές τροφίμων είχαν ”αντισώματα” απέναντι στις κρίσεις

Ο FAO εκτιμά ωστόσο, ότι οι παγκόσμιες αγορές επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις μεγάλες κρίσεις της 25ετίας.

Ενδεικτικό είναι ότι τόσο κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009 όσο και κατά την πανδημία το 2020, ο όγκος του διεθνούς εμπορίου εμπορευμάτων μειώθηκε, ωστόσο το συνολικό εμπόριο τροφίμων και αγροτικών προϊόντων συνέχισε τη μακροπρόθεσμη ανοδική του πορεία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αγορές παρέμειναν σχετικά ανοικτές και επαρκώς εφοδιασμένες, αποτρέποντας σοβαρές και παρατεταμένες ελλείψεις τροφίμων στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη. Παρ’ όλα αυτά, σε όρους αξίας, το εμπόριο τροφίμων και αγροτικών προϊόντων παρουσίασε σημαντικές διακυμάνσεις, γεγονός που αντανακλά τις έντονες μεταβολές στις τιμές.

Παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, το διεθνές εμπόριο συνέχισε να αναπτύσσεται δυναμικά μετά το 2000. Η αξία των παγκόσμιων εξαγωγών εμπορευμάτων σχεδόν τετραπλασιάστηκε, ενώ το εμπόριο τροφίμων και αγροτικών προϊόντων αναπτύχθηκε ακόμη ταχύτερα, αυξανόμενο από περίπου 400 δισ. δολάρια το 2000 σε σχεδόν 2 τρισ. δολάρια το 2024.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι τεχνολογικές πρόοδοι στις μεταφορές και οι επενδύσεις στις υποδομές, οι οποίες μείωσαν το κόστος μεταφοράς και κατέστησαν το διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων πιο προσιτό. Παράλληλα, η αύξηση των εισοδημάτων και η επιτάχυνση της αστικοποίησης ενίσχυσαν τη ζήτηση για τρόφιμα, αυξάνοντας τις εμπορικές ροές μεταξύ περιοχών με πλεονάζουσα και περιοχών με ελλειμματική παραγωγή.

Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή της εμπορικής πολιτικής. Από το 1995 και μετά, η μείωση των εισαγωγικών δασμών, στο πλαίσιο της Συμφωνίας για τη Γεωργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), αλλά και η σύναψη πολυάριθμων διμερών και περιφερειακών εμπορικών συμφωνιών, συνέβαλαν σημαντικά στην ενίσχυση του διεθνούς εμπορίου τροφίμων και αγροτικών προϊόντων.

Η παγκόσμια επισιτιστική κρίση του 2007-2008

Η περίοδος 2007-2008 σημαδεύτηκε από μία από τις σοβαρότερες κρίσεις στις αγορές τροφίμων των τελευταίων δεκαετιών, καθώς οι διεθνείς τιμές βασικών διατροφικών προϊόντων, όπως το σιτάρι, το ρύζι, το καλαμπόκι και τα φυτικά έλαια, εκτινάχθηκαν.

Από το 2006 έως τα μέσα του 2008, οι διεθνείς τιμές του σιταριού υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ σε ορισμένες αγορές οι τιμές του ρυζιού αυξήθηκαν ακόμη και τρεις φορές. Η κρίση προκλήθηκε από έναν συνδυασμό διαρθρωτικών αδυναμιών, αιφνίδιων εξωτερικών σοκ, αλλά και πολιτικών και εμπορικών αντιδράσεων που ενίσχυσαν περαιτέρω τις ανατιμήσεις.

Σε βάθος χρόνου, η υποχώρηση των επενδύσεων στον αγροτικό τομέα επιβράδυνε την αύξηση της παραγωγικότητας και των αποδόσεων των καλλιεργειών, περιορίζοντας την προσφορά σε σχέση με τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση.

Την ίδια στιγμή, η άνοδος των εισοδημάτων σε αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα και η Ινδία, οδήγησε σε μεγαλύτερη κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, αυξάνοντας τη ζήτηση για ζωοτροφές και, κατ’ επέκταση, για δημητριακά.

Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της παγκόσμιας αγοράς ενεργοποιήθηκαν από μια σειρά εξωτερικών σοκ. Ανάμεσά τους ήταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι παρατεταμένες ξηρασίες και οι πλημμύρες στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ, καθώς και η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, η οποία αύξησε σημαντικά το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των τροφίμων.

Την ίδια περίοδο, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων επιδεινώθηκαν από την επιβολή απαγορεύσεων στις εξαγωγές από βασικές εξαγωγικές χώρες, γεγονός που περιόρισε ακόμη περισσότερο την προσφορά στις διεθνείς αγορές.

Παράλληλα, η έντονη δραστηριότητα στις αγορές παραγώγων αγροτικών προϊόντων ενδέχεται να ενίσχυσε τη μεταβλητότητα των τιμών, ενώ οι μαζικές αγορές και η αποθεματοποίηση από εισαγωγικές χώρες τροφοδότησαν τις προσδοκίες για ακόμη μεγαλύτερες ελλείψεις.

Οι συνέπειες ήταν ιδιαίτερα σοβαρές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περισσότεροι από 100 εκατομμύρια άνθρωποι οδηγήθηκαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ενώ οι χώρες χαμηλού εισοδήματος υπέστησαν απώλειες στους όρους εμπορίου που αντιστοιχούσαν, κατά μέσο όρο, περίπου στο 0,5% του ΑΕΠ τους.

Τα φτωχότερα νοικοκυριά επλήγησαν δυσανάλογα, καθώς δαπανούν συνήθως το 50% έως 70% του εισοδήματός τους για την αγορά τροφίμων. Η εκτόξευση των τιμών οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσης θερμίδων και σε υποβάθμιση της ποιότητας της διατροφής.

Για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης, πολλές κυβερνήσεις προχώρησαν στην επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές, στη χορήγηση έκτακτων επιδοτήσεων για τα τρόφιμα και στην επέκταση των δικτύων κοινωνικής προστασίας.

Στη συνέχεια, οι διεθνείς τιμές των τροφίμων υποχώρησαν, καθώς η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση περιόρισε τη ζήτηση, συμβάλλοντας στη σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων στις αγορές.

Oι παράγοντες που τροφοδότησαν την κρίση στις τιμές τροφίμων το 2007-2008 © FAO
Oι παράγοντες που τροφοδότησαν την κρίση στις τιμές τροφίμων το 2007-2008 © FAO

”Ασανσέρ” οι τιμές την περίοδο 2011-2012

Οι διεθνείς τιμές των τροφίμων άρχισαν να αυξάνονται εκ νέου το 2010, διατηρώντας την ανοδική τους πορεία καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2011-2012. Οι τιμές βασικών αγροτικών προϊόντων, όπως το ρύζι, το σιτάρι και το καλαμπόκι, εκτινάχθηκαν, φθάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, η συγκεκριμένη περίοδος χαρακτηρίστηκε από εξαιρετικά έντονη μεταβλητότητα, με απότομες αυξομειώσεις των τιμών μέσα σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Οι μεγάλες πλημμύρες στην Αυστραλία και οι παρατεταμένες ξηρασίες στη Ρωσία περιόρισαν τις αγροτικές παραγωγές, συρρίκνωσαν τα παγκόσμια αποθέματα και κατέστησαν τις διεθνείς αγορές ακόμη πιο ευάλωτες σε νέες διαταραχές.

Απέναντι στις ανησυχίες για την έλλειψη διαφάνειας και συντονισμού στις αγορές, οι χώρες της G20 προχώρησαν το 2011 στη δημιουργία του Agricultural Market Information System (AMIS), ενός μηχανισμού ανταλλαγής αξιόπιστων και επικαιροποιημένων στοιχείων σχετικά με την προσφορά, τη ζήτηση, τα αποθέματα και τις διαθέσιμες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, με στόχο τον περιορισμό της μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές.

Οι υψηλές και ασταθείς τιμές των τροφίμων κατά την περίοδο αυτή οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην ακραία φτώχεια, κυρίως στις χώρες χαμηλού εισοδήματος που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων. Παράλληλα, ανέδειξαν χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η μεγάλη έκθεση στις κλιματικές διαταραχές, οι πολιτικές αντιδράσεις με περιορισμούς στις εξαγωγές και η ανεπάρκεια των μηχανισμών κοινωνικής προστασίας για τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίστηκαν στη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά είχαν και μακροχρόνιες κοινωνικές συνέπειες, ιδιαίτερα για τα φτωχότερα νοικοκυριά που αγοράζουν το μεγαλύτερο μέρος των τροφίμων που καταναλώνουν. Προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις ανατιμήσεις, πολλά νοικοκυριά αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν λύσεις ανάγκης, όπως η μείωση του αριθμού των γευμάτων ή η στροφή σε φθηνότερα, αλλά λιγότερο θρεπτικά τρόφιμα.

Η πανδημία COVID-19 (2020-2022)

Η πανδημία της COVID-19 ξεκίνησε ως μια υγειονομική κρίση, η οποία εξαπλώθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα σε όλους τους τομείς της οικονομίας και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Οι κυβερνήσεις υιοθέτησαν πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα, όπως γενικευμένα lockdown, κλείσιμο συνόρων, περιορισμούς στις μετακινήσεις, κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης και μαζικά προγράμματα διαγνωστικών ελέγχων. Αν και οι παρεμβάσεις αυτές συνέβαλαν στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, προκάλεσαν σημαντικές διαταραχές στην παραγωγή, στο διεθνές εμπόριο και στις αγορές εργασίας.

Το αποτέλεσμα ήταν η παγκόσμια οικονομία να συρρικνωθεί κατά περίπου 3,1% το 2020, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας βαθιάς διεθνούς ύφεσης. Παρά τις βραχυπρόθεσμες δυσκολίες στην αγροτική παραγωγή, στη διανομή τροφίμων και στις εμπορικές ροές, οι αγορές τροφίμων και αγροτικών προϊόντων επέδειξαν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.

Η παγκόσμια ύφεση είχε σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις. Μεταξύ 2019 και 2021, ο αριθμός των ανθρώπων που υπέφεραν από υποσιτισμό αυξήθηκε κατά περίπου 150 εκατομμύρια, ενώ σχεδόν 2,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια.

Μελέτες δείχνουν ότι η πανδημία έπληξε δυσανάλογα τους εργαζόμενους στην άτυπη οικονομία και τους κατοίκους των αστικών περιοχών, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση της φτώχειας και της αδυναμίας πρόσβασης σε επαρκή τρόφιμα.

Πολλοί καταναλωτές στράφηκαν σε φθηνότερα βασικά είδη διατροφής και μειώνοντας τις αγορές κρέατος ή πιο ”premium” προϊόντων.

Για να περιορίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο υλοποίησαν εκτεταμένα δημοσιονομικά προγράμματα στήριξης και οι κεντρικές τράπεζες προχώρησαν σε ισχυρή νομισματική επέκταση, με στόχο την τόνωση της ζήτησης και την αποφυγή βαθύτερης ύφεσης.

Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές συνέβαλαν και στην ενίσχυση των ανοδικών πιέσεων στις τιμές των τροφίμων, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα πληθωρισμού τροφίμων σε παγκόσμια κλίμακα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία (2022-σήμερα)

Ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά τροφίμων και αγροτικών προϊόντων, διαταράσσοντας την παραγωγή, τις εξαγωγές, τις ενεργειακές αγορές και την προμήθεια λιπασμάτων. Πριν από το 2022, η Ουκρανία και η Ρωσία κατείχαν ιδιαίτερα σημαντικό μερίδιο στις παγκόσμιες εξαγωγές σιταριού, καλαμποκιού, ηλιελαίου και λιπασμάτων, γεγονός που καθιστούσε την περιοχή κομβικής σημασίας για την παγκόσμια επισιτιστική αλυσίδα.

Παράλληλα, ο πόλεμος οδήγησε στον αποκλεισμό βασικών λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος και τους κινδύνους των θαλάσσιων μεταφορών.

Το μεγαλύτερο βάρος δέχθηκαν οι χώρες χαμηλού εισοδήματος που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων, οι οποίες βασίζονταν στις προμήθειες σιτηρών και λιπασμάτων από τη Μαύρη Θάλασσα. Οι χώρες αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με σημαντικά υψηλότερο κόστος εισαγωγών και αυξημένο εγχώριο πληθωρισμό τροφίμων, γεγονός που επιδείνωσε τόσο την επισιτιστική ανασφάλεια όσο και τις δημοσιονομικές πιέσεις.

Οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα επηρέασαν άμεσα το κόστος και την οικονομική δυνατότητα πρόσβασης σε μια υγιεινή διατροφή. Το 2024, στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, περίπου το 72% του πληθυσμού αδυνατούσε να αντέξει οικονομικά μια ισορροπημένη και υγιεινή διατροφή.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή 

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή -παρά την βραχύβια εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν- επηρεάζει ήδη την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, το διεθνές εμπόριο και τη γεωργική παραγωγή, καθώς άσκησε πιέσεις σε ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά και ναυτιλιακά περάσματα του κόσμου, τα Στενά του Ορμούζ.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του FAO, η κρίση του 2026 έχει επιδεινωθεί, καθώς οι συγκρούσεις στον Περσικό Κόλπο και τις γύρω περιοχές έχουν διαταράξει τις θαλάσσιες μεταφορές, αυξήσει τους κινδύνους στις αγορές ενέργειας και λιπασμάτων και εντείνει την ευαλωτότητα των χωρών της Μέσης Ανατολής που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων.

Αντίστοιχα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου είχε προειδοποιήσει, ότι η σύγκρουση επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη εύθραυστες προοπτικές του παγκόσμιου εμπορίου.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της παγκόσμιας ενεργειακής αλυσίδας, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου:
το 27% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου, το 20% των εξαγωγών LNG, και το 20%-30% του διεθνούς εμπορίου λιπασμάτων, ανάλογα με το προϊόν.

Ο FAO επισημαίνει ότι οι ελλείψεις λιπασμάτων και η άνοδος των τιμών της ενέργειας αποτελούν τους βασικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων η κρίση στη Μέση Ανατολή απειλεί την παγκόσμια αγροτική παραγωγή και τα συστήματα τροφίμων.

Η αύξηση του κόστους των καυσίμων επιβαρύνει την άρδευση, τη χρήση γεωργικών μηχανημάτων, τις μεταφορές και τη μεταποίηση τροφίμων, ενώ οι διαταραχές στο εμπόριο λιπασμάτων μπορούν να περιορίσουν την παραγωγικότητα και τις αποδόσεις των καλλιεργειών.

Παράλληλα, οι δυσλειτουργίες στις θαλάσσιες μεταφορές, στα λιμάνια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες μειώνουν τη διαθεσιμότητα τροφίμων, καθυστερούν τις παραδόσεις και αυξάνουν το κόστος των εισαγωγών

Διαβάστε ακόμη 

Theon: Ο μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκό όμιλο αμυντικής τεχνολογίας

Γιατί ακριβαίνουν κάθε χρόνο τα ασφάλιστρα υγείας

Το αρχοντικό του 1880 στην Κέρκυρα και οι επίδοξοι αγοραστές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα