Ο Ντόναλντ Τραμπ «πούλησε» στους Αμερικανούς μια σαφή υπόσχεση κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν: οι βραχυπρόθεσμες οικονομικές θυσίες θα ανταμειφθούν από μια μακροχρόνια ενίσχυση της ασφάλειας και, τελικά, από χαμηλότερες τιμές ενέργειας.
Τώρα που η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη κατέληξαν σε συμφωνία-πλαίσιο, η οποία προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και ανοίγει τον δρόμο για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η προσοχή στρέφεται στο επόμενο μεγάλο ερώτημα: πόσο γρήγορα μπορούν να επιστρέψουν οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο;
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι τιμές της ενέργειας θα «πέσουν σαν βράχος» μόλις επιτευχθεί ειρήνη και αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, οι αγορές εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές.
Η αγορά δεν πιστεύει σε επιστροφή στα παλιά επίπεδα
Μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, το Brent υποχώρησε κάτω από τα 85 δολάρια το βαρέλι, έχοντας ήδη χάσει περίπου 25 δολάρια από τα υψηλά που είχε καταγράψει πριν από έναν μήνα.
Με μια πρώτη ματιά, η αγορά μοιάζει να επιβεβαιώνει το αφήγημα του Τραμπ. Όμως η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζει κανείς τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για τα επόμενα χρόνια.
Παρά τη σημαντική πτώση των βραχυπρόθεσμων τιμών, τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια έχουν κινηθεί ελάχιστα. Στην πραγματικότητα, η αγορά δεν προεξοφλεί επιστροφή του πετρελαίου κάτω από τα 70 δολάρια πριν από τα τέλη του 2031.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι επενδυτές θεωρούν ότι οι επιπτώσεις του πολέμου θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την αγορά για αρκετά χρόνια ακόμη. «Θα ανακαλύψουμε ποια θα είναι η νέα κανονικότητα», σημειώνει ο Νταν Πίκερινγκ της Pickering Energy Partners. «Αλλά δεν πρόκειται να επιστρέψουμε σε βενζίνη των 2,85 δολαρίων το γαλόνι».
Το Ορμούζ δεν ανοίγει με το πάτημα ενός κουμπιού
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η ίδια η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Θεωρητικά, περίπου 200 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που παραμένουν εγκλωβισμένα από τα τέλη Φεβρουαρίου θα μπορούσαν να αρχίσουν να κατευθύνονται προς τις διεθνείς αγορές μόλις αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα.
Στην πράξη, όμως, η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, το Ιράν ναρκοθέτησε τμήματα του θαλάσσιου περάσματος, περιορίζοντας τις ασφαλείς διαδρομές σε δύο στενούς διαδρόμους, έναν κοντά στις ιρανικές ακτές και έναν δεύτερο κατά μήκος των ακτών του Ομάν.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός σοβαρού σημείου συμφόρησης σε μια θαλάσσια οδό που ήταν ήδη από τις πιο στενές και πολυσύχναστες στον κόσμο.
Σύμφωνα με τον Γιάκομπ Λάρσεν της BIMCO, της μεγαλύτερης διεθνούς ένωσης πλοιοκτητών, τα πλοία θα πρέπει να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις ή προσαράξεις. Η διαδικασία εντοπισμού και εξουδετέρωσης των ναρκών αναμένεται να διαρκέσει εβδομάδες, ακόμη και με τη βοήθεια των εξειδικευμένων δυνατοτήτων του αμερικανικού ναυτικού.
Η συμφόρηση των δεξαμενόπλοιων
Ακόμη και όταν οι νάρκες απομακρυνθούν, η ομαλοποίηση δεν θα είναι άμεση. Τα δεξαμενόπλοια που βρίσκονται στην περιοχή θα πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους για να περάσουν από τους περιορισμένους διαδρόμους διέλευσης. Παράλληλα, εκατοντάδες άδεια πλοία θα πρέπει να επιστρέψουν στον Περσικό Κόλπο για να παραλάβουν νέα φορτία.
Ο Βίκας Ντβιβέντι της Macquarie Group εκτιμά ότι σήμερα βρίσκονται διαθέσιμα μόνο μερικές δεκάδες πλοία έτοιμα να φορτώσουν πετρέλαιο, πολύ λιγότερα από τα περίπου 100 που συνήθως δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Η επαναφορά του στόλου στα κανονικά επίπεδα θα μπορούσε να απαιτήσει τουλάχιστον έναν μήνα.
Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν ότι η συμφωνία θα αντέξει.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την περιοχή ως ζώνη υψηλού κινδύνου, ενώ αρκετοί πλοιοκτήτες και χρηματοδότες παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στο ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης. «Οι πλοιοκτήτες δεν θα επιστρέψουν μαζικά χωρίς μια αξιόπιστη και σταθερή εκεχειρία που θα στηρίζεται από όλες τις πλευρές», τονίζει ο Λάρσεν.
Μήνες μέχρι την πλήρη αποκατάσταση
Η BIMCO εκτιμά ότι θα χρειαστούν περίπου δύο μήνες για να επανέλθει η λειτουργία των Στενών του Ορμούζ σε φυσιολογικά επίπεδα. Άλλοι αναλυτές εμφανίζονται ακόμη πιο απαισιόδοξοι.
Ο Κίεραν Τόμπκινς της Capital Economics θεωρεί ότι η πλήρης αποκατάσταση των ροών μπορεί να απαιτήσει έως και έξι μήνες. Και αυτό είναι μόνο το πρώτο στάδιο της επιστροφής στην κανονικότητα.
Τα κοιτάσματα δεν επανεκκινούν αμέσως
Η παραγωγή πετρελαίου στη Μέση Ανατολή μειώθηκε δραστικά κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς πολλές εγκαταστάσεις έκλεισαν ή λειτούργησαν με περιορισμένη δυναμικότητα.
Η επανεκκίνηση των πετρελαιοπηγών δεν είναι μια απλή διαδικασία. «Δεν αρκεί να γυρίσεις έναν διακόπτη», σημειώνουν αναλυτές της αγοράς.
Οι εγκαταστάσεις χρειάζονται τεχνικούς ελέγχους και σταδιακή επαναφορά, ενώ συχνά η παραγωγή δεν επιστρέφει αμέσως στα προπολεμικά επίπεδα. Όπως επισημαίνει ο Πίκερινγκ, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο πετρέλαιο θα αποδώσουν τα κοιτάσματα μέχρι να αρχίσει ξανά η άντληση.
Τα στρατηγικά αποθέματα δημιουργούν νέο κύμα ζήτησης
Ακόμη κι όταν ξεπεραστούν τα άμεσα προβλήματα, η αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα πηγή ζήτησης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, πολλές χώρες χρησιμοποίησαν σημαντικό μέρος των στρατηγικών τους αποθεμάτων προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Τώρα τα αποθέματα αυτά θα πρέπει να αναπληρωθούν. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η διαδικασία μπορεί να απαιτήσει έως και ένα δισεκατομμύριο βαρέλια αργού πετρελαίου τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας μια ισχυρή και σταθερή πηγή ζήτησης ανεξάρτητα από το επίπεδο των τιμών.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να λειτουργήσει ως φυσικό «πάτωμα» για τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Η ειρήνη δεν σημαίνει φθηνή ενέργεια
Οι αναλυτές δεν αποκλείουν μια προσωρινή υπερπροσφορά πετρελαίου αμέσως μετά την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η οποία θα μπορούσε να πιέσει πρόσκαιρα τις τιμές ακόμη και κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα.
Ωστόσο, εκτιμούν ότι η ανάκαμψη της ζήτησης, η αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων και οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής θα οδηγήσουν ξανά τις τιμές υψηλότερα. «Θα βρεθούμε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο κύμα ζήτησης από την άλλη πλευρά αυτής της κρίσης», σημειώνει ο Ντβιβέντι.
Με άλλα λόγια, η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν μπορεί να απομάκρυνε το χειρότερο σενάριο για την παγκόσμια οικονομία, όμως η επιστροφή στην ενεργειακή κανονικότητα θα αποδειχθεί πιθανότατα πολύ πιο αργή και πιο δαπανηρή από όσο αφήνουν να εννοηθεί οι πολιτικές δηλώσεις.
Διαβάστε ακόμη
Morgan Stanley: Ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες – Βλέπει περιθώριο ανόδου έως 25%
Γιώργος Προκοπίου: Χωρίς ελεύθερες θάλασσες και φθηνή ενέργεια δεν υπάρχει παγκόσμια ανάπτυξη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.