search icon

Διεθνή

Ηλεκτρονικό εμπόριο: Επιβάρυνση έως 5 ευρώ στα φθηνά δέματα από την Κίνα – Τι αλλάζει για τους καταναλωτές

Νέο τέλος 2 ευρώ επιβαρύνει από τον Νοέμβριο τις αγορές από κινεζικές πλατφόρμες. Οι χρεώσεις φτάνουν τα 5 ευρώ, ενώ μειώνονται τα μικροδέματα και αλλάζει η στρατηγική των εταιρειών στην Ευρώπη

123RF

Ακριβότερες γίνονται από την 1η Νοεμβρίου 2026 οι διαδικτυακές αγορές από την Κίνα και άλλες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς τίθεται σε εφαρμογή νέα επιβάρυνση ύψους 2 ευρώ για τα εισαγόμενα μικροδέματα. Η πρόσθετη χρέωση έρχεται να προστεθεί στον δασμό των 3 ευρώ που εφαρμόζεται από τον Ιούλιο, σε μια περίοδο κατά την οποία καταγράφεται ήδη αισθητή μείωση στις αποστολές κινεζικών προϊόντων προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Οι αλλαγές επηρεάζουν κυρίως τις δημοφιλείς πλατφόρμες Temu, Shein και AliExpress, οι οποίες έχουν αποκτήσει ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τις εξαιρετικά ανταγωνιστικές τιμές τους. Με εκατομμύρια χρήστες στη χώρα, οι συγκεκριμένες εταιρείες έχουν ενισχύσει σημαντικά το αποτύπωμά τους στο ηλεκτρονικό εμπόριο, δημιουργώντας παράλληλα έντονο ανταγωνισμό για τις ελληνικές επιχειρήσεις λιανικής.

Πώς διαμορφώνονται οι νέες χρεώσεις

Το νέο τέλος των 2 ευρώ λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον ήδη ισχύοντα δασμό των 3 ευρώ, με αποτέλεσμα η συνολική επιβάρυνση να διαμορφώνεται στα 5 ευρώ για αποστολές μικρής αξίας που περιλαμβάνουν μία διακριτή κατηγορία προϊόντος. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο υπολογισμός δεν γίνεται υποχρεωτικά με βάση τον αριθμό των δεμάτων ή των τεμαχίων, αλλά ανά διαφορετική κατηγορία των περιεχόμενων ειδών.

Για παράδειγμα, εάν μια παραγγελία περιέχει δύο πανομοιότυπα στυλό, η συνολική χρέωση ανέρχεται στα 5 ευρώ. Αντίθετα, όταν στο ίδιο πακέτο υπάρχουν ένα στυλό, ένα σημειωματάριο και ένα μπρελόκ, το πρόσθετο κόστος μπορεί να φτάσει τα 15 ευρώ. Παράλληλα, το τέλος των 2 ευρώ προβλέπεται να επιβάλλεται ανεξάρτητα από την αξία της αποστολής, ενώ ο προσωρινός δασμός των 3 ευρώ αφορά προϊόντα αξίας έως 150 ευρώ. Οι εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώσουν το αυξημένο κόστος στις τιμές πώλησης, κάτι που ενδέχεται να περιορίσει σημαντικά την οικονομική ελκυστικότητα των παραγγελιών από το εξωτερικό.

Μείωση έως 40% στα μικροδέματα που φτάνουν στην Ευρώπη

Οι συνέπειες από την εφαρμογή του πρώτου δασμού έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται στις εμπορευματικές μεταφορές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με βάση στοιχεία των γαλλικών τελωνειακών αρχών, τα οποία επικαλέστηκε το υπουργείο Οικονομίας της Γαλλίας, οι εισαγωγές μικροδεμάτων στην ευρωπαϊκή αγορά υποχώρησαν κατά 30% έως 40% μετά την ενεργοποίηση του μέτρου, την 1η Ιουλίου 2026.

Την ίδια στιγμή, πάντως, παρατηρήθηκε αύξηση στη μέση αξία των αποστολών, η οποία ενισχύθηκε από 8,82 ευρώ σε 11,47 ευρώ.

Τα συγκεκριμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι ο περιορισμός του αριθμού των δεμάτων δεν συνεπάγεται αναγκαστικά αντίστοιχη πτώση της καταναλωτικής δραστηριότητας. Είναι πιθανό οι αγοραστές να επιλέγουν περισσότερα είδη ανά παραγγελία, επιδιώκοντας να επιμερίσουν το πρόσθετο κόστος σε μεγαλύτερο αριθμό προϊόντων.

Παράλληλα, οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες αναδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν και πραγματοποιούν τις παραδόσεις τους.

Η έκταση του φαινομένου αποτυπώνεται και στα συνολικά στοιχεία εισαγωγών. Το 2025 εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 5,9 δισεκατομμύρια προϊόντα χαμηλής αξίας, όταν το 2022 ο αντίστοιχος αριθμός ανερχόταν σε 1,4 δισεκατομμύρια. Από αυτά, το 93% είχε προέλευση την Κίνα.

Η ελληνική αγορά και η κυριαρχία των κινεζικών πλατφορμών

Στην Ελλάδα, οι διαδικτυακές πλατφόρμες κινεζικής προέλευσης έχουν καταγράψει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα διείσδυσης, συγκεντρώνοντας εκατομμύρια ενεργούς χρήστες.

Ειδικότερα, η Temu εμφάνισε κατά μέσο όρο περίπου 3,1 εκατομμύρια μηνιαίους ενεργούς χρήστες στο δεύτερο εξάμηνο του 2025. Η Shein κατέγραψε 2,7 εκατομμύρια κατά το πρώτο εξάμηνο του ίδιου έτους, ενώ η AliExpress έφτασε τους 1,64 εκατομμύρια στο δεύτερο εξάμηνο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν την επισκεψιμότητα και την ενεργή χρήση των εφαρμογών και όχι αποκλειστικά τον αριθμό των καταναλωτών που προχώρησαν σε αγορές.

Η σημαντική απήχηση των συγκεκριμένων εταιρειών προκύπτει και από έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, περισσότεροι από επτά στους δέκα ερωτηθέντες στην Ελλάδα είχαν αγοράσει προϊόντα από κινεζικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις επιλογές τους είναι οι χαμηλές τιμές και η ιδιαίτερα μεγάλη γκάμα διαθέσιμων προϊόντων. Ωστόσο, η έναρξη εφαρμογής του δασμού των 3 ευρώ φαίνεται ότι έχει μεταβάλει και την εικόνα των εισερχόμενων αποστολών στη χώρα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς ταχυμεταφορών, κατά τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου σημειώθηκε έντονη υποχώρηση στις αφίξεις δεμάτων από την Κίνα, με τη μείωση να εκτιμάται ότι ενδεχομένως προσέγγισε ακόμη και το 50% συγκριτικά με τους προηγούμενους μήνες.

Ανάλογη τάση περιορισμού των εισερχόμενων μικροδεμάτων φέρεται να διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πάντως, τα συγκεκριμένα ποσοστά προέρχονται από εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς και δεν αποτελούν επίσημα επιβεβαιωμένα στατιστικά στοιχεία. Επιπλέον, δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν η μείωση του αριθμού των αποστολών μεταφράζεται και σε ανάλογη πτώση της συνολικής αξίας των αγορών.

Η στρατηγική των Temu και Shein απέναντι στους νέους δασμούς

Οι κινεζικοί κολοσσοί του ηλεκτρονικού εμπορίου επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις των πρόσθετων επιβαρύνσεων, επενδύοντας περισσότερο σε αποθηκευτικές εγκαταστάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διευρύνοντας τη συνεργασία τους με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τοπικά.

Η Temu έχει θέσει ως μακροπρόθεσμη επιδίωξη έως και το 80% των πωλήσεών της στην Ευρώπη να πραγματοποιείται μέσω τοπικών συνεργατών και δικτύων διανομής. Από την πλευρά της, η Shein διαθέτει μεγάλο κέντρο εφοδιαστικής αλυσίδας στην Πολωνία, ενισχύοντας τις δυνατότητες εξυπηρέτησης της ευρωπαϊκής αγοράς.

Μέσω αυτής της στρατηγικής, οι εταιρείες μπορούν να μειώνουν τον αριθμό των απευθείας αποστολών από την Κίνα προς τους τελικούς καταναλωτές, διατηρώντας παράλληλα τα προϊόντα τους διαθέσιμα στις ευρωπαϊκές αγορές.

Για το ελληνικό λιανεμπόριο, το βασικό ζητούμενο παραμένει κατά πόσο οι νέες χρεώσεις θα οδηγήσουν περισσότερους καταναλωτές στα εγχώρια καταστήματα ή εάν οι κινεζικές πλατφόρμες θα καταφέρουν να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους, προσαρμόζοντας την τιμολογιακή πολιτική και τα δίκτυα παράδοσής τους.

Exit mobile version