Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Είναι γνωστό πλέον ότι τα μικροπλαστικά και τα νανοπλαστικά που απελευθερώνονται στο περιβάλλον έχουν σοβαρές επιπτώσεις τόσο για τη φύση, όσο για τον άνθρωπο. Τώρα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ διαπίστωσαν ότι τα μικροσκοπικά σωματίδια, δεν είναι χημικά αδρανή όπως θεωρούσαν μέχρι πρότινος.

Σε έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature, οι επιστήμονες αναφέρουν ότι όταν τα σωματίδια έρχονται σε επαφή με το νερό μπορούν να σχηματιστούν δραστικές χημικές μορφές στην επιφάνειά τους, γνωστές ως δραστικά είδη οξυγόνου. Πρόκειται για μόρια που, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορούν να προκαλέσουν βλάβες σε βιολογικά μόρια και κύτταρα.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η χημική δραστικότητα αυξάνεται όσο πιο υδρόφοβη – απωθεί δηλαδή το νερό -είναι η επιφάνεια του μικροπλαστικού. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι το νερό συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία. Η επαφή του με την επιφάνεια του πλαστικού δημιουργεί συνθήκες που διευκολύνουν τη μεταφορά ηλεκτρονίων και τον σχηματισμό των δραστικών μορίων.

Για να διερευνήσουν το φαινόμενο, οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου Κολούμπια πραγματοποίησαν χημικά και βιολογικά πειράματα. Παράλληλα, η ερευνητική ομάδα του Μπέρκλεϊ χρησιμοποίησε θεωρητικούς υπολογισμούς και προσομοιώσεις για να εξετάσει πώς αλληλεπιδρά το μικροπλαστικό με το νερό.

Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν έναν πιθανό μηχανισμό μέσω του οποίου τα μικροπλαστικά θα μπορούσαν να επηρεάζουν βιολογικά συστήματα. Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη υγεία, καθώς το αίμα και τα κύτταρα περιέχουν μεγάλες ποσότητες νερού. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, εάν τέτοια σωματίδια εισέλθουν σε αυτά τα περιβάλλοντα, ενδέχεται να διατηρούν τη χημική τους δραστικότητα.

Βέβαια, το εύρημα δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η έκθεση στα μικροπλαστικά προκαλεί συγκεκριμένες ασθένειες στους ανθρώπους, αλλά αναδεικνύει έναν πιθανό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να προκύψουν βιολογικές επιπτώσεις.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η κατανόηση αυτής της χημικής διαδικασίας θα μπορούσε να βοηθήσει στον σχεδιασμό πλαστικών με διαφορετικές ιδιότητες, ώστε να περιοριστούν οι δυνητικά επιβλαβείς επιδράσεις τους στο περιβάλλον και στην υγεία.