Η άνοδος του κόστους ζωής έχει εντείνει την οικονομική πίεση σε εργαζομένους και το γεγονός ότι ο μισθός επαρκεί για τις πρώτες 18 ημέρες κάθε μήνα, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, εξηγεί γιατί ένας στους δύο μισθωτούς είτε αναζητεί είτε έχει ήδη αποκτήσει δεύτερη απασχόληση. Την ίδια στιγμή, οι οικονομικές δυσκολίες οδηγούν και έναν στους δύο συνταξιούχους πίσω στην αγορά εργασίας, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από αυτήν.
Τα επίσημα δεδομένα καταγράφουν ήδη σημαντική αύξηση στον αριθμό των εργαζόμενων συνταξιούχων, οι οποίοι μέσα σε δύο χρόνια ανήλθαν σε 300.000 από περίπου 250.000 που ήταν προηγουμένως. Το περιορισμένο ύψος της μέσης σύνταξης του ΕΦΚΑ, που φτάνει στα 865 ευρώ μηνιαίως, ωθεί ολοένα και περισσότερους συνταξιούχους στην αναζήτηση πρόσθετου εισοδήματος μέσω εργασίας.
Από την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν άλλαξε το θεσμικό πλαίσιο για τους εργαζόμενους συνταξιούχους και η οριζόντια περικοπή 30% στη σύνταξη αντικαταστάθηκε από κράτηση 10% επί των αποδοχών εργασίας, όσοι επέστρεψαν στην απασχόληση και εγγράφηκαν στην ειδική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ εκτοξεύθηκαν από 30.000 σε 300.000 άτομα.
Επισημαίνεται ότι οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι δικαιούνται προσαύξηση σύνταξης μέσω των επιπλέον ενσήμων που συγκεντρώνουν κατά την εργασία τους. Ο ΕΦΚΑ έχει ήδη εκδώσει εκατοντάδες αποφάσεις αύξησης συντάξεων για συνταξιούχους που εργάστηκαν δύο ή τρία χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή τους και, αφού σταμάτησαν την εργασία, υπέβαλαν αίτηση επανυπολογισμού με βάση τα νέα ένσημα. Για κάθε έτος απασχόλησης, προβλέπεται αύξηση της σύνταξης κατά 0,77% επί των αποδοχών από την εργασία.
Την ίδια περίοδο, ανοδική πορεία κατέγραψε και ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα το 2025, με βάση τα εισοδήματα του 2024, επηρεάζοντας πλέον το 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2.797.000 πολίτες. Σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ, σημειώθηκε αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με την ενίσχυση της υλικής και κοινωνικής στέρησης, η οποία ανήλθε στο 14,9%.
Για το 2025, τα οικονομικά όρια που καθορίζουν τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα ορίζονται στα εξής επίπεδα:
- 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό.
- 14.742 ευρώ ετησίως για οικογένεια με δύο ενηλίκους και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών.
Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών υπολογίζεται στις 21.724 ευρώ, ενώ το μέσο ατομικό εισόδημα διαμορφώθηκε στα 13.381 ευρώ, αυξημένο κατά 8% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η εργασία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική πηγή εισοδήματος με ποσοστό 71,7%, ενώ ακολουθούν οι συντάξεις με 23%.
Παράλληλα, η Ελλάδα βρισκόταν στην 14η θέση ανάμεσα σε 22 κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού την 1η Ιανουαρίου 2026, τόσο σε απόλυτες τιμές όσο και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat. Πέντε χώρες της ΕΕ – Δανία, Ιταλία, Αυστρία, Φινλανδία και Σουηδία – δεν διαθέτουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη από τις τρεις κατηγορίες της Eurostat, δηλαδή στις χώρες όπου ο κατώτατος μισθός κυμαίνεται από 1.000 έως 1.500 ευρώ μηνιαίως και αντίστοιχα από 1.000 έως 1.500 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS).
Διαβάστε ακόμη
Aμυνα: Νέο κύμα IPOs στην Ευρώπη καθώς αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες (γράφημα)
Η μάχη του espresso: H Lavazza πρώτη λανσάρει ταμπλέτες καφέ αντί για κάψουλες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.