Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η οργάνωση του χρόνου εργασίας εισέρχεται σε νέα φάση, καθώς το θεσμικό πλαίσιο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ευελιξία των επιχειρήσεων και την ανάγκη προστασίας των εργαζομένων.

Ο Ν. 5239/2025 αναδιαμορφώνει βασικές αρχές του εργατικού δικαίου, αντικαθιστώντας παλαιότερες πρακτικές με πιο σαφείς κανόνες διαφάνειας και προβλεψιμότητας.

Η κατάργηση των συμβάσεων κατά παραγγελία και η εισαγωγή ρυθμίσεων για απασχόληση με μη προβλέψιμο ωράριο δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο καθορίζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο πλευρών, επιχειρώντας να περιορίσουν την αβεβαιότητα και να ενισχύσουν τη θεσμική ασφάλεια.

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Η θεσμική μεταβολή

Ο Ν. 5239/2025 σηματοδοτεί μια ουσιώδη μεταρρύθμιση στο πεδίο του χρόνου εργασίας. Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που επέφερε είναι η κατάργηση των συμβάσεων κατά παραγγελία και η ταυτόχρονη εισαγωγή ενός νέου κανονιστικού πλαισίου για τους εργαζομένους που απασχολούνται με ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο ωράριο εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, με το αρ 4 του Ν. τροποποιείται το άρθρο 73 του ΚΕΔ (ΠΔ 62/2025) ως προς την υποχρέωση ενημέρωσης των ουσιωδών όρων της σύμβασης και αναδιαμορφώνεται το άρθρο 190 ΚΕΔ(ΠΔ 62/2025) .

2. Η αναμόρφωση του άρθρου 73 ΚΕΔ και το περιεχόμενο των επιπλέον ουσιωδών όρων για εργαζόμενους που απασχολούνται με ως επι το πλείστον μη προβλέψιμο ωράριο εργασίας

Ειδικότερα, με το άρθρο 4 του Ν. 5239/2025 τροποποιήθηκε η περ. ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 73 ΚΕΔ, η οποία αφορά την υποχρέωση ενημέρωσης του εργαζομένου όταν το πρόγραμμα οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο. Στην αρχική της μορφή η διάταξη περιελάμβανε ρυθμίσεις που παρέπεμπαν ευθέως στο καθεστώς των συμβάσεων κατά παραγγελία, με αναφορά τόσο σε ωράριο «εξ ολοκλήρου μη προβλέψιμο» όσο και σε «εγγυημένες αμειβόμενες ώρες». Με τη νέα ρύθμιση απαλείφθηκε η έννοια του «εξ ολοκλήρου μη προβλέψιμου ωραρίου», καθώς και η αναφορά στον αριθμό των εγγυημένων αμειβόμενων ωρών, στοιχείο το οποίο συνδεόταν λειτουργικά με το προηγούμενο καθεστώς των συμβάσεων κατά παραγγελία.
Η περ. ιγ΄ αναδιαμορφώθηκε και σύμφωνα με τη νέα διάταξη όταν το πρόγραμμα οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο, στους ουσιώδεις όρους της σύμβασης του μισθωτού πρέπει να περιλαμβάνεται η διάρκεια της κανονικής ημερήσιας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, η ρητή αρχή ότι το ωράριο εργασίας είναι μεταβλητό, καθώς και οι ρυθμίσεις περί υπερωριακής ή πρόσθετης εργασίας και της αντίστοιχης αμοιβής και τέλος οι ώρες και ημέρες αναφοράς σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 6 του άρθρου 70 ΚΕΔ, καθώς και η ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης πριν από την ανάθεση εργασίας και την προθεσμία εντός της οποίας ο εργοδότης δύναται να ακυρώσει την ανάθεση εργασίας, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 190 ΚΕΔ.

3. Η αναδιάρθρωση του άρθρου 190 ΚΕΔ

Παράλληλα, με την ίδια νομοθετική παρέμβαση επήλθε τροποποίηση του άρθρου 190 ΚΕΔ, από το οποίο καταργήθηκαν οι παράγραφοι 4 και 5, οι οποίες ρύθμιζαν αποκλειστικά τις συμβάσεις κατά παραγγελία. Αντιθέτως, οι παράγραφοι 1 έως 3 διατηρούνται, διαμορφώνοντας τον βασικό πυρήνα προστασίας του εργαζομένου με ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο ωράριο εργασίας.

Ειδικότερα, στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να αποδεχθεί την εργασία μόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις, ήτοι αφενός η εργασία να παρέχεται εντός προκαθορισμένων ωρών και ημερών αναφοράς, οι οποίες έχουν γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων στον εργαζόμενο σύμφωνα με την υποπερ. ιγβ) της περ. ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 73 ΚΕΔ, και αφετέρου να έχει προηγηθεί ειδοποίηση για την ανάθεση της εργασίας εγγράφως ή με γραπτό μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου (sms) ή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με άλλο πρόσφορο τρόπο, σε εύλογο χρόνο πριν από την ανάληψη της εργασίας, ο οποίος δεν μπορεί να είναι μικρότερος των είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, εκτός αν συντρέχουν αντικειμενικά δικαιολογημένοι λόγοι μικρότερης προειδοποίησης, οι οποίοι γνωστοποιούνται στον εργαζόμενο.

Στην παράγραφο 2 κατοχυρώνεται ρητώς το δικαίωμα του εργαζομένου να αρνηθεί την παροχή εργασίας σε περίπτωση μη σωρευτικής συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, χωρίς να επιτρέπεται οποιαδήποτε δυσμενής μεταχείριση ή κύρωση σε βάρος του από τον εργοδότη. Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της ανάθεσης εργασίας μετά την ειδοποίηση και πριν από την ανάληψή της, ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση που αντιστοιχεί στα ωρομίσθια των ωρών εργασίας που δεν πραγματοποιήθηκαν.

4. Η έννομη συνέπεια της άρνησης παροχής εργασίας και η εφαρμογή του άρθρου 656 ΑΚ

Το κρίσιμο ζήτημα που ανακύπτει αφορά την έννομη συνέπεια της άρνησης του εργαζομένου να παράσχει εργασία όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 190 ΚΕΔ. Στην περίπτωση αυτή, η άρνηση δεν δύναται να θεωρηθεί αδικαιολόγητη, καθόσον ο εργαζόμενος ενεργεί εντός των ορίων του νόμιμου δικαιώματός του, ενώ η μη παροχή εργασίας δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του.

Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 656 εδ. β’ ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται τον μισθό του και στην περίπτωση κατά την οποία η αποδοχή της εργασίας καθίσταται αδύνατη για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, δεδομένου ότι η μη εκτέλεση της εργασίας ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη.

5. Συνολική αποτίμηση του νέου θεσμικού πλαισίου

Προβαίνοντας σε μια συνολική αποτίμηση του νέου θεσμικού πλαισίου, καθίσταται σαφές ότι, σε αντιδιαστολή με τις συμβάσεις κατά παραγγελία —οι οποίες, όπως έχει βασίμως επισημανθεί στη θεωρία, θα οδηγούσαν σε αποδόμηση θεμελιωδών αρχών του παραδοσιακού εργατικού δικαίου— το καθεστώς που διαμορφώνεται με τον Ν. 5239/2025 κινείται προς μία σαφώς περισσότερο συνεκτική και συμβατή με την προστατευτική του λειτουργία κατεύθυνση. Καταρχάς, ο εργαζόμενος γνωρίζει εκ των προτέρων με ακρίβεια τις ώρες απασχόλησής του εντός μιας ευρύτερης περιόδου αναφοράς, γεγονός που του επιτρέπει να υπολογίσει εκ των προτέρων τις αποδοχές που θα αντιστοιχούν στην εργασία του. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται η εξασφάλιση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, στοιχείο καίριας σημασίας για την οικονομική και προσωπική του σταθερότητα. Παράλληλα, οι συμβάσεις με μη προβλέψιμο ωράριο εξυπηρετούν τις ανάγκες επιχειρήσεων με μεταβαλλόμενες λειτουργικές απαιτήσεις και χωρίς σταθερό πρόγραμμα εργασίας, όπως ιδίως οι επιχειρήσεις στους κλάδους της εστίασης και του τουρισμού.

Ωστόσο, πριν από οποιαδήποτε οριστική αξιολογική κρίση, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 73 ΚΕΔ αναδεικνύεται η δυνατότητα μονομερούς καθορισμού ουσιωδών όρων της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη, οι οποίοι απλώς γνωστοποιούνται και δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η ρύθμιση αυτή καταδεικνύει την εγγενή διαπραγματευτική ανισότητα της εξαρτημένης εργασίας, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται παρά τις προστατευτικές παρεμβάσεις του δικαίου, ιδίως στο πλαίσιο προδιατυπωμένων συμβάσεων.

Η ανισορροπία αυτή εμφανίζεται εντονότερη στις συμβάσεις με μη προβλέψιμο ωράριο, όπου ο εργοδότης, ως διαπραγματευτικά ισχυρότερο μέρος, διατηρεί τον καθοριστικό έλεγχο τόσο επί της συνολικής διάρκειας της απασχόλησης όσο και επί της κατανομής της εντός της περιόδου αναφοράς, προσαρμόζοντάς τα στις εκάστοτε επιχειρησιακές του ανάγκες. Υπό την έννοια αυτή, η μονομερής προδιατύπωση των ουσιωδών όρων δύναται να οδηγήσει σε ενίσχυση της εξάρτησης του εργαζομένου από τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης, ιδίως ως προς τη σταθερότητα του εισοδήματός του.

Υπό το πρίσμα αυτό, η πραγματική αποτελεσματικότητα της ρύθμισης δεν δύναται να αξιολογηθεί εκ των προτέρων σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο, αλλά θα κριθεί στην πράξη, μέσα από την εφαρμογή της στις εργασιακές σχέσεις και τον βαθμό στον οποίο θα επιτύχει να επιτύχει ουσιαστική εξισορρόπηση μεταξύ της ανάγκης εργοδοτικής ευελιξίας και της αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων.

Πηγή: www.grammenoslegal.gr

Συντάκτρια: Bίλμα Φραντζή | Ασκούμενη Δικηγόρος