Κάθε μήνας μέσα στο 2026 μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για το ύψος της σύνταξης των ασφαλισμένων του Δημοσίου που ετοιμάζονται να αποχωρήσουν. Το σύστημα υπολογισμού δεν επιβραβεύει μόνο όσους συγκεντρώνουν περισσότερα συνολικά χρόνια ασφάλισης, αλλά και εκείνους που επιλέγουν να μεταθέσουν την αίτησή τους λίγους μήνες αργότερα μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, κερδίζοντας επιπλέον χρόνο ασφάλισης και καλύτερους συντελεστές.
Αυτό σημαίνει ότι δύο υπάλληλοι με παρόμοια ασφαλιστική διαδρομή μπορεί να λάβουν διαφορετική σύνταξη, παρότι αποχωρούν μέσα στο ίδιο έτος. Εκείνος που θα καταθέσει αίτηση στις αρχές του 2026, για παράδειγμα με 35 έτη, θα δει χαμηλότερο ποσό από κάποιον που θα περιμένει έως την άνοιξη, το καλοκαίρι ή το τέλος της χρονιάς και θα εμφανίσει 35,3, 35,6, 35,9 ή 36 έτη ασφάλισης. Σε κάθε περίπτωση, οι νέοι συνταξιούχοι του 2026 έχουν αφετηριακά καλύτερες αποδοχές σε σχέση με όσους αποχώρησαν το 2025, ακόμη και όταν τα χρόνια ασφάλισης είναι ίδια.
Τα τρία σημεία που ανεβάζουν τη σύνταξη
Το πρώτο στοιχείο που λειτουργεί υπέρ των ασφαλισμένων είναι η τιμαριθμική αναπροσαρμογή του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών για όλη την περίοδο από το 2002 έως το 2025. Η προσαρμογή αυτή γίνεται με βάση τον πληθωρισμό του 2025, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,6%. Επειδή ο συντάξιμος μισθός αποτελεί τη βάση υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης, κάθε αύξηση σε αυτόν περνά άμεσα στο τελικό ποσό. Όσο υψηλότερη είναι η συντάξιμη αποδοχή, τόσο μεγαλύτερη καθίσταται η ανταποδοτική παροχή.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η προσθήκη ενός επιπλέον έτους ασφάλισης, ή ακόμη και μερικών μηνών που οδηγούν προς αυτό. Η αύξηση των ετών μεταβάλλει το ποσοστό αναπλήρωσης και ανεβάζει το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης. Ένας ασφαλισμένος που υποβάλλει αίτηση τον Ιανουάριο του 2026 με 35 έτη θα υπολογιστεί με ποσοστό αναπλήρωσης 37,31%, ενώ αν μείνει έως τον Δεκέμβριο και συμπληρώσει 36 έτη, το ποσοστό ανεβαίνει στο 39,81%. Αυτή η διαφορά περίπου 2,5 μονάδων δεν είναι θεωρητική, αλλά μεταφράζεται σε καθαρό όφελος στη μηνιαία παροχή. Ουσιαστικά, κάθε μήνας που προστίθεται στην ασφάλιση αυξάνει σταδιακά τη σύνταξη.
Το τρίτο καθοριστικό στοιχείο είναι η ηλικία εξόδου. Όσοι αποχωρούν με όριο ηλικίας που οδηγεί σε πλήρη σύνταξη, όπως στα 62 με 40 χρόνια ή στα 65 με 35ετία όταν έχει κατοχυρωθεί δικαίωμα έως το 2021, λαμβάνουν ακέραια την εθνική σύνταξη. Αντιθέτως, η έξοδος με μειωμένη συνεπάγεται περικοπή 30% στο εθνικό τμήμα, που για το 2026 αντιστοιχεί σε απώλεια 134 ευρώ. Επομένως, το πότε και με ποια προϋπόθεση γίνεται η αποχώρηση έχει βαρύτητα αντίστοιχη με τα έτη ασφάλισης και τον συντάξιμο μισθό.
Η δυναμική εξόδου παραμένει ισχυρή και μέσα στο 2026. Στο πρώτο δίμηνο της χρονιάς οι αιτήσεις συνταξιοδότησης ξεπέρασαν τις 35.000, επιβεβαιώνοντας ότι το κύμα αποχωρήσεων συνεχίζεται με ένταση. Το 2025 είχαν κατατεθεί 199.450 αιτήσεις, επίδοση που συνιστά το τρίτο υψηλότερο επίπεδο συνταξιοδοτήσεων των τελευταίων έξι ετών. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι πολλοί ασφαλισμένοι εξακολουθούν να σπεύδουν να κατοχυρώσουν καλύτερους όρους εξόδου, ιδίως όταν βλέπουν ότι λίγοι μήνες μπορούν να κάνουν αισθητή διαφορά.
Πού φτάνουν οι αυξήσεις στις νέες κύριες συντάξεις
Για τους ασφαλισμένους του Δημοσίου που θα αποχωρήσουν μέσα στο 2026, οι αυξήσεις σε σχέση με το 2025, αλλά και οι διαφορές ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, μπορεί να φτάσουν από 35 έως 65 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με την κατηγορία υπαλλήλου, τον συντάξιμο μισθό και τα έτη ασφάλισης.
Σε υπαλλήλους με 35 έως 36 έτη, οι μεταβολές ξεκινούν από χαμηλότερα επίπεδα αλλά είναι ορατές. Στην κατηγορία Υ.Ε., με συντάξιμο μισθό 1.390 ευρώ, η σύνταξη ανεβαίνει από 965 ευρώ τον Ιανουάριο σε 1.000 ευρώ τον Δεκέμβριο, δηλαδή κατά 35 ευρώ. Στην κατηγορία Δ.Ε., με μισθό 1.668 ευρώ, η παροχή ανεβαίνει από 1.069 σε 1.111 ευρώ, με κέρδος 42 ευρώ. Στην κατηγορία Τ.Ε., με συντάξιμο μισθό 2.145 ευρώ, η σύνταξη αυξάνεται από 1.247 σε 1.301 ευρώ, δηλαδή κατά 54 ευρώ. Στην κατηγορία Π.Ε., με μισθό 2.275 ευρώ, το ποσό διαμορφώνεται από 1.296 σε 1.353 ευρώ, με διαφορά 57 ευρώ.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για όσους κινούνται στην κλίμακα 37 έως 38 ετών ασφάλισης. Για υπάλληλο Υ.Ε. με συντάξιμο μισθό 1.435 ευρώ, η σύνταξη ανεβαίνει από 1.055 σε 1.091 ευρώ, άρα το όφελος φτάνει τα 36 ευρώ. Για Δ.Ε. με μισθό 1.735 ευρώ, η παροχή αυξάνεται από 1.182 σε 1.226 ευρώ, με κέρδος 44 ευρώ. Για Τ.Ε. με 2.201 ευρώ μισθό, το ποσό διαμορφώνεται από 1.379 σε 1.435 ευρώ, με αύξηση 56 ευρώ. Για Π.Ε. με συντάξιμο μισθό 2.335 ευρώ, η σύνταξη μετακινείται από 1.436 σε 1.496 ευρώ, δηλαδή κατά 60 ευρώ υψηλότερα.
Στην πλέον ευνοϊκή ζώνη, δηλαδή από 39 έως 40 έτη, οι αυξήσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στην κατηγορία Υ.Ε. με μισθό 1.470 ευρώ, η σύνταξη ανεβαίνει από 1.145 σε 1.182 ευρώ, με διαφορά 37 ευρώ. Στην κατηγορία Δ.Ε. με 1.785 ευρώ, το ποσό περνά από 1.294 σε 1.340 ευρώ, δηλαδή αυξάνεται κατά 46 ευρώ. Για Τ.Ε. με συντάξιμο μισθό 2.255 ευρώ, η σύνταξη πηγαίνει από 1.517 σε 1.575 ευρώ, με όφελος 58 ευρώ. Η μεγαλύτερη διαφορά εμφανίζεται στην κατηγορία Π.Ε. με μισθό 2.550 ευρώ, όπου η σύνταξη ξεκινά από 1.657 ευρώ τον Ιανουάριο και φθάνει στα 1.722 ευρώ τον Δεκέμβριο, καταγράφοντας αύξηση 65 ευρώ.
Παραδείγματα που δείχνουν πότε συμφέρει η αναμονή
Η πρακτική επίδραση φαίνεται καλύτερα μέσα από συγκεκριμένες περιπτώσεις. Υπάλληλος της κατηγορίας Δ.Ε. με συντάξιμο μισθό 1.668 ευρώ που αποχωρεί στις αρχές του έτους με 35 έτη θα κινηθεί χαμηλότερα από άλλον υπάλληλο της ίδιας κατηγορίας που θα περιμένει λίγους μήνες ακόμη και θα φτάσει τα 35,6 ή 36 έτη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το όφελος πλησιάζει τα 20 ευρώ ή και περισσότερο, καθώς ο συντελεστής αναπλήρωσης μεταβάλλεται υπέρ του ασφαλισμένου.
Αντίστοιχα, υπάλληλος Τ.Ε. με 37 έτη και συντάξιμο μισθό 2.201 ευρώ που υποβάλλει αίτηση τον Ιανουάριο λαμβάνει σύνταξη 1.379 ευρώ με αναπλήρωση 42,36%. Εάν ο ίδιος ασφαλισμένος μεταθέσει την αίτηση έως τον Δεκέμβριο, με τα ίδια συντάξιμα δεδομένα αλλά 38 έτη, το ποσό ανεβαίνει στα 1.435 ευρώ, κερδίζοντας 56 ευρώ τον μήνα χάρη σε ποσοστό αναπλήρωσης 44,91%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση υπαλλήλου Π.Ε. με συντάξιμο μισθό 2.550 ευρώ. Με αίτηση τον Ιανουάριο και 39 έτη θα πάρει 1.657 ευρώ. Εάν αποχωρήσει τον Ιούνιο με 39,6 έτη, το ποσό πηγαίνει στα 1.690 ευρώ. Τον Σεπτέμβριο, με 39 έτη και 9 μήνες, η σύνταξη ανεβαίνει στα 1.706 ευρώ. Τον Δεκέμβριο, με πλήρη 40ετία, φθάνει στα 1.722 ευρώ. Από την αρχή ως το τέλος της χρονιάς, η διαφορά ανέρχεται στα 65 ευρώ, καθώς το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται από 47,46% σε 50,01%.
Ποιοι βγαίνουν κερδισμένοι και ποιοι όχι
Το μεγαλύτερο όφελος συγκεντρώνουν οι ασφαλισμένοι με υψηλές συντάξιμες αποδοχές, άνω των 2.500 ευρώ, και με ασφαλιστικό βίο από 37 έως 40 έτη. Σε αυτή τη ζώνη ενεργοποιείται το ευνοϊκότερο τμήμα των ποσοστών αναπλήρωσης, που εξασφαλίζει υψηλότερη τελική σύνταξη. Όσοι συνδυάζουν υψηλές αποδοχές, ώριμη ασφαλιστική διαδρομή και έξοδο σε πλήρη ηλικία, κερδίζουν το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου.
Αντίθετα, για όσους παραμένουν στην εργασία μετά τη 40ετία, το κίνητρο περιορίζεται αισθητά. Μετά το όριο αυτό, η ετήσια προσαύξηση στο ποσοστό αναπλήρωσης πέφτει στο 0,5%, όταν μέχρι τα 40 έτη φτάνει το 2,55%. Έτσι, η παραμονή πέραν της 40ετίας δεν μεταβάλλει ουσιαστικά το ύψος της σύνταξης σε σύγκριση με όσους αποχωρούν αμέσως μόλις συμπληρώσουν 40 χρόνια.
Οι νέες επικουρικές και το διπλό σύστημα υπολογισμού
Για όσους συνταξιοδοτηθούν μέσα στο 2026, οι επικουρικές κινούνται σε εύρος από 160 έως 401 ευρώ. Ο τρόπος υπολογισμού παραμένει διττός. Το πρώτο κομμάτι αφορά τα έτη 2002-2014 και υπολογίζεται με σταθερό ποσοστό αναπλήρωσης 0,45% επί των συντάξιμων αποδοχών εκείνης της περιόδου. Το δεύτερο τμήμα καλύπτει τα έτη από το 2015 έως τη συνταξιοδότηση και συνδέεται με το σύνολο των εισφορών που έχουν καταβληθεί.
Σε αυτό το νεότερο τμήμα παρεμβαίνει και ο συντελεστής απομείωσης, η λεγόμενη «ράντα», ο οποίος εξαρτάται από την ηλικία εξόδου. Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία συνταξιοδότησης, τόσο μικρότερη είναι η απομείωση. Αντίστροφα, έξοδος σε χαμηλότερη ηλικία σημαίνει μεγαλύτερη περικοπή στο ποσό της επικουρικής.
Για ασφαλισμένο του Δημοσίου που θα αποχωρήσει στο 67ο έτος με 40 χρόνια ασφάλισης, μέσο όρο αποδοχών 2.260 ευρώ για την περίοδο 2002-2014 και 2.599 ευρώ για τα έτη 2015-2026, η επικουρική διαμορφώνεται στα 401 ευρώ μικτά. Αν άλλος ασφαλισμένος του Δημοσίου αποχωρήσει στο 64ο έτος, επίσης με 40 χρόνια, αλλά με μέσες αποδοχές 2.180 ευρώ στην πρώτη περίοδο και 2.507 ευρώ στη δεύτερη, η επικουρική ανέρχεται στα 376 ευρώ μικτά.
Στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένος που θα φύγει στο 67ο έτος με 35 χρόνια ασφάλισης, μέσες αποδοχές 1.880 ευρώ για την περίοδο 2002-2014 και 2.162 ευρώ για την περίοδο 2015-2026, θα πάρει επικουρική 308 ευρώ μικτά. Αντίστοιχα, ασφαλισμένος που αποχωρεί στο 62ο έτος με 33 έτη, μέσο όρο αποδοχών 1.370 ευρώ για τα πρώτα έτη και 1.576 ευρώ για τα επόμενα, θα περιοριστεί σε επικουρική 160 ευρώ μικτά.
Στις περιπτώσεις μειωμένης σύνταξης, στο τμήμα της επικουρικής έως το 2014 εφαρμόζεται μείωση έως 30%, ενώ από το 2015 και μετά ενεργοποιούνται οι συντελεστές απομείωσης που συνδέονται με την ηλικία. Επομένως, και εδώ η ηλικία εξόδου παίζει κρίσιμο ρόλο για το τελικό ποσό.
Οι εκκρεμότητες που παραμένουν
Στο μέτωπο της απονομής, οι κύριες συντάξεις που παραμένουν σε εκκρεμότητα για διάστημα άνω των τριών μηνών υπολογίζονται σε 13.800 τον Ιανουάριο του 2026, αριθμός που παραμένει κάτω από τις 14.000. Αντίθετα, το σημαντικότερο πρόβλημα εντοπίζεται στις επικουρικές, όπου οι εκκρεμείς υποθέσεις ανέρχονται σε 33.000.
Για να επιταχυνθεί η διαδικασία, προωθείται ρύθμιση που θα επιτρέπει στις επικουρικές με διαδοχική ασφάλιση να εκδίδονται από το τελευταίο Ταμείο, χωρίς η υπόθεση να επιστρέφει στα προηγούμενα Ταμεία λόγω αρμοδιότητας. Η παρέμβαση αυτή στοχεύει στο να περιορίσει τις χρονοβόρες αλληλοπαραπομπές και να επιταχύνει μια από τις πιο αργές φάσεις της συνταξιοδοτικής διαδικασίας.
Η εικόνα στα εφάπαξ και οι μεγάλες αποκλίσεις
Το 2026 δεν φέρνει μόνο μεταβολές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, αλλά και έντονες διακυμάνσεις στα εφάπαξ 35 Ταμείων Πρόνοιας. Στο πρώτο δίμηνο της χρονιάς, σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφονται αυξήσεις σε 15 τομείς και μειώσεις σε 20. Οι αυξήσεις φθάνουν μέχρι 32.270 ευρώ, ενώ οι μειώσεις έως 25.807 ευρώ. Σε μία περίπτωση, στον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης, η μείωση φτάνει τα 53.000 ευρώ.
Στο Δημόσιο, το μέσο εφάπαξ των πολιτικών υπαλλήλων διαμορφώνεται στα 21.476 ευρώ, παρουσιάζοντας μικρή πτώση κατά 598 ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Για τους δημοτικούς υπαλλήλους του ΤΑΔΚΥ, το μέσο ποσό φτάνει τα 20.721 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 862 ευρώ. Στα Σώματα Ασφαλείας, δηλαδή αστυνομικούς και πυροσβέστες, το μέσο εφάπαξ ανεβαίνει στα 25.188 ευρώ, με μεγάλη αύξηση 10.131 ευρώ. Για τους εκπαιδευτικούς, το μέσο ποσό φτάνει τα 26.984 ευρώ, αλλά εμφανίζει μικρή μείωση 398 ευρώ. Στα ειδικά μισθολόγια, όπως καθηγητές, γιατροί ΕΣΥ, διπλωμάτες και δικαστικοί, το μέσο εφάπαξ διαμορφώνεται στα 41.309 ευρώ, μειωμένο κατά 2.432 ευρώ. Για υπαλλήλους δημόσιων νοσοκομείων που παραμένουν σε λίστα αναμονής, το ποσό φθάνει τα 23.226 ευρώ, με μείωση 3.103 ευρώ. Για τους συνταξιούχους που προέρχονται από το ΙΚΑ, το μέσο εφάπαξ ανεβαίνει στα 30.405 ευρώ, αυξημένο κατά 3.525 ευρώ.
Υψηλότερα ποσά σε ΔΕΚΟ και τράπεζες
Στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες τα εφάπαξ διαμορφώνονται σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το Δημόσιο. Για τους συνταξιούχους του ΟΣΕ, το πληρωτέο ποσό φθάνει στα 102.412 ευρώ και είναι αυξημένο κατά 30.323 ευρώ. Για τους συνταξιούχους του ΟΤΕ, το μέσο εφάπαξ διαμορφώνεται στα 52.387 ευρώ, αυξημένο κατά 9.933 ευρώ.
Στην ΕΡΤ, όμως, το αντίστοιχο ποσό περιορίζεται στα 11.751 ευρώ, σημειώνοντας μείωση 25.807 ευρώ. Στη ΔΕΗ, το μέσο εφάπαξ φθάνει τα 44.202 ευρώ, παρουσιάζοντας πτώση 5.579 ευρώ. Για τους τραπεζοϋπαλλήλους που είχαν εισφορές στο Ταμείο της πρώην Εμπορικής, το μέσο πληρωτέο εφάπαξ ανέρχεται στα 39.646 ευρώ, αυξημένο κατά 32.270 ευρώ. Για εκείνους της πρώην Ιονικής, το ποσό φτάνει τα 46.836 ευρώ, δηλαδή 7.015 ευρώ υψηλότερα.
Τα ποσά για επιστήμονες και ιδιωτικό τομέα
Στα Ταμεία επιστημόνων, η εικόνα είναι περισσότερο πιεσμένη. Οι συμβολαιογράφοι εξακολουθούν να λαμβάνουν το υψηλότερο μέσο εφάπαξ της κατηγορίας, στα 24.658 ευρώ, αλλά με μείωση 5.940 ευρώ. Για τους δικηγόρους Αθηνών, το μέσο πληρωτέο ποσό ανέρχεται σε 17.527 ευρώ, χαμηλότερο κατά 1.291 ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι γιατροί αποτελούν εξαίρεση, καθώς το μέσο εφάπαξ διαμορφώνεται στα 4.681 ευρώ, αυξημένο κατά 647 ευρώ. Για τους μηχανικούς, το ποσό είναι 8.828 ευρώ και εμφανίζει μείωση 775 ευρώ.
Στον ιδιωτικό τομέα τα εφάπαξ είναι πολλών ταχυτήτων. Οι λιμενεργάτες λαμβάνουν κατά μέσο όρο 109.257 ευρώ, αλλά με μείωση 16.378 ευρώ. Για τους συνταξιούχους του ΟΛΘ, το μέσο πληρωτέο ποσό φτάνει τα 49.879 ευρώ, σημειώνοντας μεγάλη πτώση 53.063 ευρώ. Αντίθετα, στον ΟΛΠ το μέσο εφάπαξ ανέρχεται στα 35.638 ευρώ, αυξημένο κατά 27.809 ευρώ.
Τι συζητείται για να αυξηθούν τα εφάπαξ
Η βασική σκέψη που έχει τεθεί σε επίπεδο υπηρεσιακών παραγόντων είναι η αναθεώρηση του τρόπου υπολογισμού, ώστε να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη οι αποδοχές της τελευταίας πενταετίας πριν από τη συνταξιοδότηση. Η λογική αυτής της προσέγγισης είναι ότι τα πιο πρόσφατα εισοδήματα αντανακλούν καλύτερα τη μισθολογική εικόνα του ασφαλισμένου λίγο πριν την έξοδο.
Έτσι, για όσους αποχωρούν το 2026, προτείνεται το πρώτο τμήμα του εφάπαξ να υπολογίζεται με βάση την πενταετία 2013-2018, ενώ για τα έτη 2018-2026 να εφαρμόζεται ο νεότερος τρόπος, ο οποίος σήμερα ουσιαστικά επιστρέφει μόνο τις εισφορές χωρίς ουσιαστική ανταποδοτικότητα και περιορίζει το τελικό ποσό. Η αλλαγή αυτή, εφόσον προχωρήσει, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο ευνοϊκές καταβολές στο μέλλον.
Η γενική εικόνα δείχνει ότι το 2026 εξελίσσεται σε χρονιά σημαντικών διαφοροποιήσεων για όσους κινούνται προς τη συνταξιοδότηση. Το πότε θα κατατεθεί η αίτηση, πόσα χρόνια ασφάλισης έχουν συμπληρωθεί, σε ποια ηλικία γίνεται η έξοδος και από ποιο Ταμείο προέρχεται ο ασφαλισμένος, είναι παράγοντες που πλέον επηρεάζουν αποφασιστικά όχι μόνο την κύρια σύνταξη, αλλά συνολικά το πακέτο αποδοχών μετά την αποχώρηση.
Διαβάστε ακόμη
ACS: Ανεβάζει ταχύτητες όσο πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων για το «χρυσό» deal
Νέο επίδομα ανεργίας: 15.000 δικαιούχοι έλαβαν έως 1.375 ευρώ τον μήνα
Σταύρος Νιάρχος: Η ζωή, οι γάμοι και η αυτοκρατορία του χρυσού Έλληνα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.