Επειτα από ένα σημαντικό γύρο εξαγορών, συγκέντρωσης της παραγωγής και επέκτασης του προφίλ της σε εταιρεία τροφίμων με τη γενικότερη έννοια του όρου, η ΜΙΝΕΡΒΑ, η «παλαιότερη ελαιουργική εταιρεία της χώρας», αρχίζει να προετοιμάζεται για το νέο κεφάλαιο στην υπεραιωνόβια ιστορία της. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο βασικός της μέτοχος, τα τελευταία πέντε χρόνια, το fund Diorama Investments SICAR S.A., συμφερόντων του πρώην προέδρου του ΣΕΒ Δημήτρη Δασκαλόπουλου, κάνει ήδη σχέδια για την πώληση της εταιρείας.

Κι αυτό διότι αφενός υπάρχει η πεποίθηση ότι το comeback που έχει κάνει η ΜΙΝΕΡΒΑ αυτό το το χρονικό διάστημα έχει φτάσει σε ένα εξαιρετικό επίπεδο αποδόσεων προκειμένου να γίνει αποεπένδυση. Το χρονικό διάστημα βέβαια αυτών των σχεδιασμών δεν είναι τυχαίο, μια και μέχρι το τέλος του 2024, βάσει καταστατικού, το Diorama Investments SICAR S.A., του οποίου τη διαχείριση έχει η DECA Investments υπό τον κ. Νίκο Κούλη, πρέπει να ρευστοποιηθεί βάσει καταστατικού, ολοκληρώνοντας τον 10ετή του κύκλο.

Αν και δύναται να δοθεί παράταση ζωής για περίπου ένα έτος στο fund, πηγές με γνώση εξηγούσαν πως αυτό ακόμα και αν τελικά συμβεί, το θέμα της ΜΙΝΕΡΒΑ θα έχει κλείσει εγκαίρως, μια και θεωρείται από τα επενδυτικά success stories του Diorama Investments που θα μπορούσαν εύκολα να προσελκύσουν τον επόμενο ιδιοκτήτη τους.

Οι ίδιες πληροφορίες, μάλιστα, αναφέρουν πως το σχέδιο που εξετάζεται και θεωρείται πιο πιθανό είναι η πώληση να γίνει κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού. Διαδικασία μέσω της οποίας εξάλλου το Diorama Investments, από κοινού με τα private equity funds EOS Capital Partners του Απόστολου Ταμβακάκη και Elikonos Capital (Πέτρος Κατσούλας, Παντελής Παπαγεωργίου, Τάκης Σολωμός, Δημήτρης Βιδάκης), εξαγόρασαν το 2019 τη ΜΙΝΕΡΒΑ από την PZ Cussons Plc αντί περίπου 45 εκατ. ευρώ.
Σημειώνεται ότι το Diorama κατέχει το 68% των μετοχών της ΜΙΝΕΡΒΑ και από 16% κατέχουν τα EOS και Elikonos.

Μετασχηματισμός

Πέντε χρόνια μετά, λοιπόν, η ΜΙΝΕΡΒΑ δείχνει να αποδίδει καλά, έχοντας προλάβει μάλιστα να μετασχηματιστεί σε χρόνο ρεκόρ, συγκεντρώνοντας πάνω της δραστηριότητες που έχουν επεκτείνει το προφίλ της σε όμιλο τροφίμων και παράλληλα ωθήσει ανοδικά τις οικονομικές της επιδόσεις παρά τις προκλήσεις στο γενικότερο πληθωριστικό περιβάλλον. Σημειωτέον πως στο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο του ομίλου την τελευταία διετία έχουν προστεθεί τα σήματα Pummaro, Pelargos και Brava στα ήδη υφιστάμενα Μινέρβα, Χωριό, ΤΟΠ και Φαστ.
Ενδεικτικό της εξέλιξης του ομίλου είναι πως πλέον η δραστηριότητα του ελαιολάδου αναλογεί μόλις στο 15% του συνολικού κύκλου εργασιών.

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών της ΜΙΝΕΡΒΑ ανήλθε το 2022 σε 68,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 15%, από 59,65 εκατ. το 2021. Σημαντική ήταν η αύξηση των εξαγωγών, κατά 22%, στα 10,3 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 15% των συνολικών πωλήσεων. Το μεικτό περιθώριο κέρδους σε επίπεδο ομίλου διαμορφώθηκε στο 20,6%, καθώς η εταιρεία έδωσε έμφαση στην προσπάθεια συγκράτησης των καταναλωτικών τιμών. Και πάλι όμως τα ενοποιημένα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ανήλθαν το 2022 σε 7,8 εκατ. ευρώ έναντι των 6,7 εκατ. του 2021. Το τελικό αποτέλεσμα έδειξε καθαρά κέρδη 852.000 ευρώ στον όμιλο και 1,5 εκατ. ευρώ στη μητρική.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι φέτος η εταιρεία έχει βάλει πλώρη για κύκλο εργασιών ύψους 80 εκατ. ευρώ και για EBITDA 9 εκατ. ευρώ.

Νοικοκύρεμα και περιθώρια

Στο μεταξύ η διοίκηση της εταιρείας υπό τη διευθύνουσα σύμβουλο Χρύσα Μπόνου έχει προχωρήσει το τελευταίο διάστημα σε κινήσεις για την ενίσχυση της ευελιξίας της.
Στο πλαίσιο αυτό ο όμιλος ΜΙΝΕΡΒΑ προχώρησε στην απόσχιση του επιχειρηματικού κλάδου παραγωγής φέτας και λευκού τυριού με σύσταση νέας εταιρείας, ολοκληρώνοντας τρόπον τινά το νοικοκύρεμα των εταιρειών που εξαγόρασε το 2021.

Σημειώνεται ότι πέρυσι η Alpha Bank είχε τρέξει διαδικασία για την πώληση της δραστηριότητας – και πιο συγκεκριμένα του εργοστασίου που διατηρεί η εταιρεία στο Επισκοπικό Ιωαννίνων και παράγει προϊόντα με το brand «Χωριό». Μάλιστα, πληροφορίες αναφέρουν ότι υπήρξε ενδιαφέρον από εγχώριες τυροκομικές επιχειρήσεις, με το αντίτιμο ωστόσο να είναι μικρό, οπότε και οι μέτοχοι αποφάσισαν να κινηθούν με άλλον τρόπο για την αξιοποίηση του κλάδου.

Υπενθυμίζεται ότι τη διετία 2021-2022 η ΜΙΝΕΡΒΑ προχώρησε σε δύο εξαγορές με συνολικό τίμημα άνω των 25 εκατ. ευρώ. Ειδικότερα απέκτησε από τη Unilever τη ULBCS Ανώνυμη Εταιρεία Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Εφοδιαστικής Αλυσίδας με το εργοστάσιο στη Γαστούνη αντί 3,43 εκατ. ευρώ και πιο συγκεκριμένα των brands Pummaro που είναι leader του κλάδου ντοματικών προϊόντων στην Ελλάδα και Pelargos, που είναι leader στην Κύπρο.

Ετσι, ο όμιλος απέκτησε τη δυνατότητα να ενδυναμώσει περαιτέρω την παρουσία του στη συγκεκριμένη αγορά και να εμπλουτίσει το χαρτοφυλάκιο των εμπορικών σημάτων και προϊόντων του. Επίσης, εξαγόρασε τη Mediterranean Foods αντί 2 εκατ. ευρώ, η οποία κατέχει στο χαρτοφυλάκιό της δύο δυνατές εμπορικές μάρκες, την Brava και την Delicia.

Μάλιστα κατά την περσινή χρονιά, το Δ.Σ. της Mediterranean Foods, λόγω οικονομιών κλίμακας, αποφάσισε την πώληση των παγίων στοιχείων των γραμμών παραγωγής που διέθετε εξαιτίας της μετεγκατάστασης της παραγωγικής δραστηριότητας και συγκεκριμένα της γραμμής παραγωγής μαγιονέζας στο εργοστάσιο της ΜΙΝΕΡΒΑ στο Σχηματάρι και των γραμμών παραγωγής μουστάρδας και κέτσαπ στο εργοστάσιο στη Γαστούνη.
Παράλληλα αποφασίστηκε να διατεθούν προς πώληση η γη και τα κτίρια της εταιρείας που βρίσκονται στην επαρχιακή οδό Λεωνιδίου – Αστρους.

Η πορεία

Οι ρίζες της ιστορίας της ΜΙΝΕΡΒΑ φτάνουν έως το 1877, μέσω της εταιρείας Γιαννάκου – Καρακώστα, δύο βιοπαλαιστών που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο «εδώδιμων και αποικιακών».
Το 1904 η εταιρεία ξεκινά και το εμπόριο ελαιολάδου σε τενεκέδες κάτω από δύο ονομασίες της θεάς Αθηνάς: ΜΙΝΕΡΒΑ και Ρεγγίνα. Το 1937 οι δρόμοι των δύο συνεταίρων θα χωρίσουν, ο Γιαννάκος θα πάρει τη ΜΙΝΕΡΒΑ και ο Καρακώστας τη Ρεγγίνα. Η ΜΙΝΕΡΒΑ, στο μεταξύ, κάνει αποφασιστικά βήματα από το εμπόριο στη βιομηχανία μεταπηδώντας από το εμπόριο του ελαιολάδου στον βιομηχανικό κύκλο της παραγωγής, της τυποποίησης και της εμπορίας των ελαιουργικών προϊόντων. Ωστόσο, αν και βρίσκεται σε ανοδική πορεία, θα έρθει αντιμέτωπη με τη γερμανική Κατοχή και στη συνέχεια με τον Εμφύλιο. Θα υπολειτουργήσει, θα κλείσει και θα βρει ξανά τα πατήματά της μετά το 1945, και από το 1949 θα ξεκινήσει και τις εξαγωγές.

Το 1977 ήταν η χρονιά-σταθμός, καθώς εξαγοράστηκε από τον πολυεθνικό όμιλο Paterson-Zochonis (σ.σ.: PZ Cussons σήμερα), κίνηση στην οποία πιθανόν οφείλει και τη σημερινή ύπαρξήη της η ΜΙΝΕΡΒΑ, μια κι εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε σημαντικά προβλήματα.

Ο νέος ιδιοκτήτης δεν είναι μία οποιαδήποτε πολυεθνική, έχει ελληνικές ρίζες που ξεκινούν στο 1870 από τη Βαμβακού της Λακωνίας, το χωριό που άφησε πίσω του εκείνη τη χρονιά ο Γιώργος Ζοχώνης για να αναζητήσει την τύχη του στη Δυτική Αφρική. Εκεί συνεταιρίστηκε με τον Τζορτζ Πάτερσον. Οι «Τhe two Georges», όπως έγιναν γνωστοί στη Σιέρα Λεόνε, μεγαλούργησαν στο εμπόριο δημιουργώντας την Paterson-Zochonis απ’ όπου και τα αρχικά της PZ. Η εταιρεία συνέχισε αποκλειστικά με τους απογόνους του Ζοχώνη και με έδρα το Λονδίνο έγινε μία από τις μεγαλύτερες βρετανικές εταιρείες με σήματα όπως τα αντηλιακά St Tropez και με ισχυρή παρουσία στην αφρικανική ήπειρο.To 1993 αποφασίζεται από κοινού με τον όμιλο η κατασκευή του εργοστασίου της εταιρείας στο Σχηματάρι, συνολικής αξίας 32 εκατ. ευρώ.

Στις μέρες κυριαρχίας της PZ έγινε και η πρώτη μεγάλη εξαγορά από τη ΜΙΝΕΡΒΑ, αυτή του τυροκομείου φέτας της ΦΑΓΕ στον Νομό Ιωαννίνων το 2008 που έφερε τα τυροκομικά με την ονομασία Χωριό. Είχαν προηγηθεί το 2005 η εξαγορά του σήματος Μάνα το 2005 και δύο χρόνια αργότερα του βουτύρου Σαβόι. Η επόμενη μεγάλη εξαγορά ήρθε το 2014 όταν η ΜΙΝΕΡΒΑ απέκτησε από την ποτοποιία Pernod Ricard Hellas το ξύδι ΤΟΠ, ένα ακόμη ιστορικό σήμα με ιστορία σχεδόν 90 ετών και από τα πλέον αναγνωρίσιμα αλλά και το κορυφαίο σε πωλήσεις στην κατηγορία του.
Λίγο πριν από το τέλος του 2019, η ΜΙΝΕΡΒΑ θα αλλάξει για δεύτερη φορά χέρια και θα περάσει στη Myrties Enterprises Company, όπου βασικός μέτοχος είναι η Diorama και EOS και Elikonos έχουν ποσοστά μειοψηφίας.

Εξαγορές

Θα ακολουθήσουν οι εξαγορές των ULBCS, με τα brands Pummaro και Pelargos, και της Mediterranean Foods, με τα σήματα Brava και Delicia.
Ετσι, ο όμιλος απέκτησε τη δυνατότητα να ενδυναμώσει περαιτέρω την παρουσία του στη συγκεκριμένη αγορά και να εμπλουτίσει το χαρτοφυλάκιο των εμπορικών σημάτων και προϊόντων του.
Σήμερα η κυριότερη δραστηριότητα του ομίλου είναι η παραγωγή και διάθεση λαδιών και φυτικών ελαίων, προϊόντων μαργαρίνης και βουτύρου, φέτας, ξυδιού, τομάτας, μουστάρδας, μαγιονέζας και κέτσαπ.

Σε ό,τι αφορά το fund Diorama Investments SICAR S.A., το οποίο είχε συσταθεί σε μία αρκετά δύσκολη περίοδο για την ελληνική οικονομία, βασικός επενδυτής του είναι το family office του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Προς το παρόν η πλέον επιτυχημένη επένδυσή του ήταν στη Viva Wallet, όπου είχε επενδύσει περί τα 15 εκατ. ευρώ και όταν πούλησε το μερίδιό της στην JP Morgan, σε ένα από τα σημαντικότερα deals στο ελληνικό επιχειρείν την τελευταία δεκαετία, έλαβε περί τα 150 εκατ. ευρώ. Η μεγαλύτερη ωστόσο επένδυση που έχει κάνει αφορά τη ΜΙΝΕΡΒΑ. Αποδόσεις αντίστοιχες της Viva Wallet σίγουρα δεν μπορεί να πιάσει, ωστόσο οι εκτιμήσεις των στελεχών διαχείρισης του fund είναι αρκετά αισιόδοξες.

Σημειωτέον πως την ώρα που έχει ξεκινήσει ο κύκλος των αποεπενδύσεων για το Diorama Investments SICAR S.A., η εταιρεία διαχείρισής του, DΕCA Investments, κατάφερε να συγκροτήσει το λεγόμενο Diorama II συγκεντρώνοντας από την αγορά 213 εκατ. ευρώ. Το νέο fund, ωστόσο, έχει μεγαλύτερη διασπορά σε επίπεδο επενδυτών.

Διαβάστε ακόμα

Tι φόρο θα πληρώσουν τελικά οι επαγγελματίες ανά κλάδο το 2024 

Fast track ξεμπλοκάρισμα επικουρικών έως τον Φεβρουάριο 

Στεγαστική Κρίση: Ένας «καλός» μισθός το κόστος στέγασης – Η διαθεσιμότητα οικογενειακής κατοικίας στην Αττική (πίνακες)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ