Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται, με επενδύσεις και επιχειρηματικά σχέδια να προχωρούν παρά τη διεθνή αβεβαιότητα. Η δυναμική παραμένει, αλλά αυτό δεν αρκεί πλέον. Γιατί στο νέο περιβάλλον, όπως εξηγεί στο «business stories» ο επικεφαλής της PwC Ελλάδος, Νικόλας Πεγειώτης (Territory Senior Partner), το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανάπτυξη. Είναι ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο μεγαλώνουν οι επιχειρήσεις: με μεγαλύτερη κλίμακα, εξωστρέφεια, αξιοποίηση της τεχνολογίας και επέκταση πέρα από τα στενά όρια των παραδοσιακών κλάδων.

«Η μόνη λύση για τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι να συνεχίσουν να μεγαλώνουν. Αν δεν αλλάξεις, κινδυνεύεις να χάσεις τη θέση σου στην αγορά», σημειώνει, εξηγώντας πως σε μια οικονομία που εξακολουθεί να κινείται και να αλλάζει, το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι θα προλάβουν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες πριν τους ξεπεράσουν οι εξελίξεις.

Η PwC Ελλάδος βρίσκεται σε μια διαρκή πορεία μετασχηματισμού. Τα τελευταία χρόνια διευρύνει το πεδίο δραστηριοτήτων της, επενδύει σε νέες υπηρεσίες και αναπτύσσει το δικό της δίκτυο στην περιφέρεια. Σήμερα απασχολεί περίπου 2.500 ανθρώπους και διαθέτει πέντε γραφεία εκτός Αττικής, ενώ, όπως αποκαλύπτει ο κ. Πεγειώτης, εξετάζει την επέκτασή της και στην Κρήτη.

Η συζήτηση πραγματοποιείται με φόντο «Το σοκ του νέου», όπως αναδείχθηκε στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, όπου η PwC είχε σημαντική παρουσία, σε μια συγκυρία έντονης διεθνούς αναταραχής που επανακαθορίζει τις στρατηγικές των επιχειρήσεων.

«Δεν έχουμε δει, λόγω του πολέμου, κάποια ουσιαστική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα μέχρι στιγμής. Υπάρχει μια δυναμική που συνεχίζεται. Σίγουρα, όμως, δεν έχουμε δει ακόμη το σύνολο των επιπτώσεων, αυτές θα φανούν πιο μετά», λέει ο κ. Πεγειώτης.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την επενδυτική δραστηριότητα, η οποία παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον δεν έχει ανακοπεί. Μεγάλα επιχειρηματικά σχέδια συνεχίζουν να προχωρούν, ενώ συναλλαγές όπως αυτή του ΟΠΑΠ με την Allwyn, που συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες της προηγούμενης χρονιάς, επιβεβαιώνουν το ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον και τη δυναμική της αγοράς.

«Αυτό δείχνει ότι υπάρχουν κεφάλαια που τοποθετούνται και δημιουργούν προοπτική για την οικονομία», διευκρινίζει ο κ. Πεγειώτης, προσθέτοντας ωστόσο ότι η πορεία αυτή δεν θα είναι γραμμική, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις ενδέχεται να προκαλέσουν διακυμάνσεις το επόμενο διάστημα.

Μεγαλώνεις ή μένεις πίσω

Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο ως ένδειξη κινητικότητας της αγοράς, αλλά κυρίως ως εργαλείο στρατηγικής επιβίωσης.

Η προηγούμενη χρονιά κατέγραψε έντονη δραστηριότητα, με την PwC να αποτυπώνει στην ετήσια έρευνά της ιστορικό ρεκόρ για την ελληνική αγορά: 181 συναλλαγές συνολικής αξίας 23,8 δισ. ευρώ. Παράλληλα, σύμφωνα με την εταιρεία, η κινητικότητα παραμένει ισχυρή και για το 2026, με pipeline συναλλαγών που ξεπερνά τα 7 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο κ. Πεγειώτης, η εικόνα αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα τον νέο κανόνα.

«Πέρυσι υπήρχαν συναλλαγές που ήταν πολύ σημαντικές. Το αν θα δούμε τέτοια μεγέθη κάθε χρόνο είναι κάτι διαφορετικό. Μπορεί να υπάρξουν συμφωνίες που θα μετρήσουν, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι θα επαναλαμβάνονται με την ίδια ένταση».

Πίσω από τις διακυμάνσεις των μεγάλων συμφωνιών, ωστόσο, διαμορφώνεται μια σταθερή τάση: οι επιχειρήσεις που θέλουν να διατηρήσουν αξία και να προσελκύσουν επενδυτικό ενδιαφέρον καλούνται να αυξήσουν το μέγεθός τους.

«Η μόνη λύση για τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι να συνεχίσουν να μεγαλώνουν. Αν θέλουν κάποια στιγμή να κάνουν έξοδο, είτε οι οικογένειες, είτε οι μέτοχοι, είτε τα επενδυτικά κεφάλαια, πρέπει να αυξάνουν το μέγεθός τους», τονίζει. Και αυτό, όπως εξηγεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο εντός της ελληνικής αγοράς: «Η δυναμική της ελληνικής οικονομίας είναι συγκεκριμένη. Δεν μπορείς να μεγαλώσεις μόνο μέσα από αυτή. Πρέπει να στραφείς και εκτός Ελλάδος, είτε μέσα από εξαγορές είτε μέσα από την αξιοποίηση της τεχνολογίας, για να αυξήσεις την κερδοφορία σου».

Το μέγεθος, άλλωστε, συνδέεται άμεσα και με τις αποτιμήσεις, αλλά και με την ελκυστικότητα μιας επιχείρησης για επενδυτές. «Οι επενδυτές αναζητούν μεγαλύτερες εταιρείες. Το μεγαλύτερο μέγεθος φέρνει και μεγαλύτερους πολλαπλασιαστές αποτίμησης, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις έχουν πιο περιορισμένες δυνατότητες», διευκρινίζει.

Ο κίνδυνος να μείνεις πίσω

Αν η ανάγκη για μεγαλύτερη κλίμακα αποτελεί τη μία πλευρά της εξίσωσης, η ταχύτητα των αλλαγών είναι η άλλη – και ίσως η πιο απαιτητική. Γιατί, όπως προκύπτει και από την τελευταία παγκόσμια έρευνα της PwC για τους διευθύνοντες συμβούλους, τέσσερις στους δέκα εκτιμούν ότι η εταιρεία τους δεν θα είναι βιώσιμη μέσα στην επόμενη δεκαετία εάν συνεχίσει στην ίδια πορεία. Μάλιστα, για την Ελλάδα η εικόνα εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη, καθώς περίπου δύο στους τρεις CEOs εκτιμούν ότι η επιχείρησή τους δεν θα είναι βιώσιμη σε βάθος δεκαετίας αν συνεχίσει στην ίδια πορεία.

«Ο λόγος δεν είναι μόνο η Τεχνητή Νοημοσύνη. Είναι ότι οι επιχειρήσεις βλέπουν πολλά πράγματα να έρχονται ταυτόχρονα», σημειώνει ο κ. Πεγειώτης. Και απαριθμεί: τεχνολογικές εξελίξεις, γεωπολιτική αβεβαιότητα, αλλαγές στη χρηματοδότηση, αλλά και επιστροφή σε πιο προστατευτικές πολιτικές στις διεθνείς αγορές.

«Αυτή τη χρονική στιγμή έχουμε πολλές αλλαγές που συμβαίνουν ταυτόχρονα και μάλιστα πιο έντονες. Αυτό είναι που επηρεάζει τη σκέψη των διοικήσεων και δημιουργεί το ερώτημα κατά πόσο θα είναι “σχετικές” τα επόμενα χρόνια», τονίζει ο κ. Πεγειώτης.

Η πίεση αυτή μεταφράζεται σε ένα σαφές δίλημμα για τις επιχειρήσεις: είτε θα επανεξετάσουν το μοντέλο τους, είτε θα βρεθούν αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να μείνουν πίσω. «Το θέμα είναι να φύγεις από τη λογική ότι είσαι μια χαρά εκεί που είσαι και να δεις τι πρέπει να αλλάξεις για να επιβιώσεις τα επόμενα χρόνια – είτε μέσα από εξαγορές, είτε μέσα από πωλήσεις, είτε μέσα από αλλαγή στρατηγικής», επισημαίνει.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι εξωτερικός. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να γίνεις ξεπερασμένος. Να μην έχεις πια αξία», προειδοποιεί.

Το λάθος με την ΑΙ

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον πιέσεων και ταυτόχρονων αλλαγών, η τεχνολογία, και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη, αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο προσαρμογής. Οχι όμως με τον τρόπο που συχνά αντιμετωπίζεται.
Οπως επισημαίνει ο κ. Πεγειώτης, η επένδυση στην Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί πλέον μονόδρομο για τις επιχειρήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν θα επενδύσουν, αλλά γιατί και με ποιον στόχο: «Η επένδυση στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μονόδρομος. Το θέμα είναι αν υπάρχει στρατηγική πίσω από αυτή. Γιατί την κάνω; Για να μειώσω το κόστος ή για να αυξήσω τα έσοδά μου;».

Και εδώ εντοπίζεται, όπως λέει, και το βασικό λάθος που κάνουν πολλές επιχειρήσεις: «Αν η επένδυση γίνει μόνο για να μειώσεις το κόστος του back office, τότε είναι πολύ πιθανό να αποτύχεις. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσεις ανάπτυξη, όχι απλώς εξοικονόμηση».

Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι επενδύσεις στην τεχνολογία είναι απαιτητικές και κεφαλαιουχικά βαριές. «Είναι ένα ακριβό παιχνίδι. Το κεφάλαιο που επενδύεις πρέπει να σου επιστρέψει αξία μέσα από αύξηση εσόδων. Διαφορετικά, απλώς συντηρείς ένα κόστος», εξηγεί. Την ίδια στιγμή, το ζήτημα της ετοιμότητας των επιχειρήσεων παραμένει ανοιχτό. «Το θέμα δεν είναι αν υπάρχει διάθεση. Το θέμα είναι αν είσαι έτοιμος. Αν θα προλάβεις τις εξελίξεις ή αν θα σε προλάβουν αυτές».

Οικοσυστήματα

Ο επαναπροσδιορισμός, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το μέγεθος ή την τεχνολογία. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις ορίζουν το ίδιο το πεδίο δραστηριότητάς τους. Γιατί, όπως λέει ο κ. Πεγειώτης, τα όρια μεταξύ των κλάδων γίνονται ολοένα και πιο ρευστά, οδηγώντας σε ένα μοντέλο όπου οι επιχειρήσεις δεν περιορίζονται πλέον σε έναν τομέα, αλλά αναπτύσσονται γύρω από ευρύτερα οικοσυστήματα δραστηριοτήτων: «Το θέμα είναι να φύγεις από τη λογική ότι ανήκεις μόνο σε έναν κλάδο και να δεις πού αλλού μπορείς να αξιοποιήσεις αυτό που έχεις ήδη χτίσει».

Η μετάβαση αυτή είναι ήδη ορατή σε αρκετούς τομείς της οικονομίας, όπου επιχειρήσεις επεκτείνονται σε συναφείς δραστηριότητες, δημιουργώντας νέα πεδία αξίας. «Γιατί οι ασφαλιστικές εταιρείες αγοράζουν νοσοκομεία; Γιατί δημιουργούν ένα ευρύτερο πλαίσιο υπηρεσιών γύρω από την υγεία. Το ερώτημα είναι τι άλλο μπορεί να προστεθεί σε αυτό το οικοσύστημα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ίδια λογική, όπως εξηγεί, μπορεί να εφαρμοστεί σε πολλούς κλάδους, από τη βιομηχανία και την ενέργεια έως τις υπηρεσίες, με στόχο τη δημιουργία πιο ολοκληρωμένων επιχειρηματικών μοντέλων: «Δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα. Πρέπει να δεις εάν αυτό που ήδη έχεις μπορεί να αξιοποιηθεί και αλλού».

Σε αυτή τη μετάβαση, το ζητούμενο είναι η στρατηγική σύνδεση δραστηριοτήτων που δημιουργούν πρόσθετη αξία. Γιατί, όπως προειδοποιεί, η αδυναμία προσαρμογής σε αυτό το νέο μοντέλο ενέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο «να γίνεις ξεπερασμένος, να μην έχεις πια αξία, αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος στο επόμενο διάστημα».

Το Ταμείο Ανάκαμψης

Σε αυτή τη μετάβαση, κομβικό ρόλο στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια διαδραμάτισε το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο λειτούργησε ως βασικός μοχλός επενδύσεων και ενίσχυσης της ανάπτυξης. Οπως επισημαίνει, η επίδρασή του ήταν ουσιαστική όχι μόνο ως προς το ύψος των κεφαλαίων που διοχετεύθηκαν, αλλά και ως προς τη συνολική ώθηση που έδωσε στην οικονομία: «Το Ταμείο Ανάκαμψης έχει επηρεάσει σημαντικά το ΑΕΠ. Είναι σαν μια μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων που μπήκαν στην οικονομία και δημιούργησαν δραστηριότητα».

Την ίδια στιγμή, η συμβολή του δεν περιορίζεται μόνο στο άμεσο οικονομικό αποτύπωμα, αλλά επεκτείνεται και σε διαρθρωτικές αλλαγές, με κυριότερη την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης. «Ενα από τα σημαντικά στοιχεία είναι η ψηφιοποίηση του κράτους. Αυτό είναι κάτι που μένει και δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας για την οικονομία», αναφέρει. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα μετατίθεται πλέον στην επόμενη μέρα. «Το θέμα είναι αν έπιασαν τόπο τα χρήματα και αν θα συνεχιστεί η επενδυτική δραστηριότητα όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα».

Γιατί, όπως εξηγεί, η διατήρηση της δυναμικής δεν είναι δεδομένη και θα εξαρτηθεί από μια σειρά παραγόντων – τόσο εσωτερικών όσο και διεθνών: «Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθεί το διεθνές περιβάλλον, από τον πληθωρισμό, αλλά και από το αν θα υπάρξει συνέχεια στις επενδύσεις».

Πολυδιάστατο μοντέλο

Η πορεία της PwC Ελλάδος αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό τη μετάβαση που περιγράφει ο κ. Πεγειώτης για την ελληνική επιχειρηματικότητα: από ένα πιο «στενό» μοντέλο δραστηριότητας σε ένα πιο διευρυμένο, πολυδιάστατο σχήμα.

Από μια εταιρεία με βασικό άξονα τις ελεγκτικές υπηρεσίες, έχει εξελιχθεί σε έναν οργανισμό που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από τη συμβουλευτική και τη φορολογία έως τις τεχνολογικές υπηρεσίες και την υποστήριξη μετασχηματισμού επιχειρήσεων. «Δεν είμαστε πλέον μόνο μια ελεγκτική εταιρεία. Εχουμε επεκταθεί σε πολλούς τομείς και προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα πιο ολοκληρωμένο μοντέλο υπηρεσιών».

Σήμερα η PwC Ελλάδος αριθμεί περίπου 2.500 εργαζομένους, λειτουργεί μέσα από επτά νομικές οντότητες και καταγράφει κύκλο εργασιών στην περιοχή των 170-180 εκατ. ευρώ, έχοντας πολλαπλασιάσει το μέγεθός της μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία. «Η ανάπτυξη που έχουμε δει δεν είναι τυχαία. Εχει να κάνει με το ότι επενδύουμε σε νέες υπηρεσίες, σε τεχνολογία και στους ανθρώπους μας», τονίζει.

Επενδύσεις

Σε αυτό το πλαίσιο, η PwC δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των δεξιοτήτων, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για εξειδικευμένη γνώση αυξάνεται. «Δεν είναι μόνο θέμα αριθμών. Είναι θέμα δεξιοτήτων, εξέλιξης και προσαρμογής των ανθρώπων μας στις νέες ανάγκες της αγοράς», εξηγεί.

Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα και με την προσπάθεια γεωγραφικής διεύρυνσης της παρουσίας της εταιρείας πέρα από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Ηδη η PwC διαθέτει πέντε γραφεία εκτός Αττικής (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ιωάννινα, Βόλο, Ρόδο), ενώ, όπως αποκαλύπτει, εξετάζει την επέκτασή της και στην Κρήτη, διευρύνοντας περαιτέρω το αποτύπωμά της στην περιφέρεια.

«Δεν είναι μόνο θέμα κόστους. Είναι θέμα πρόσβασης σε ταλέντο και δημιουργίας παρουσίας σε τοπικές κοινωνίες», διευκρινίζει.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, δεν αποδίδει άμεσα σε οικονομικούς όρους καθώς απαιτεί χρόνο για να ωριμάσει. «Τα γραφεία αυτά μπορεί να μην έχουν ακόμη την ίδια οικονομική απόδοση, αλλά για εμάς είναι επένδυση μεσοπρόθεσμη. Δημιουργούν βάση για το μέλλον».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η κίνηση προς την περιφέρεια εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική, που συνδέεται τόσο με την εξεύρεση ανθρώπινου δυναμικού όσο και με τη διαφοροποίηση του τρόπου λειτουργίας της εταιρείας: «Το πού βρίσκονται οι άνθρωποι και το πώς δουλεύουν αλλάζει. Πρέπει να προσαρμοστείς σε αυτό».

Διαβάστε ακόμη 

«Lady L»: Συνεχίζει να… χτυπιέται στις «φουρτούνες» των πλειστηριασμών (pics)

Δυναστεία Ανιέλι: Fiat, Ferrari, εξουσία και οικογενειακός πόλεμος

POLITICO: Γιατί η Ευρώπη δεν γνωρίζει τα ενεργειακά της αποθέματα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα