Ο τίτλος του Πρωτοπόρου Επιχειρηματία που του απονεμήθηκε φέτος από την EY Greece θα ταίριαζε ίσως περισσότερο σε κάποιον που μιλά με όρους ανάπτυξης, μεγεθών και επενδύσεων.

Ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου, ωστόσο, εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται με έναν διαφορετικό τρόπο: «Οινοποιός», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Η δουλειά μας είναι καθημερινά να είμαστε στο αμπέλι, να παράγουμε, να επιβλέπουμε, γιατί το φυτό είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Είναι 9 το πρωί και είμαι στον αμπελώνα. Μόλις φυτεύσαμε ένα καινούριο αμπέλι με τα παιδιά! Κάθε χρόνο σχεδόν φυτεύουμε αμπέλια και αυτό είναι πολύ αισιόδοξο, γιατί ένα αμπέλι ζει 50-80 χρόνια. Το να είσαι σε αυτήν την ηλικία και να φυτεύεις αμπέλια, δεν σημαίνει πως ελπίζεις απλά να ζήσεις πολλά ακόμη χρόνια, αλλά ουσιαστικά, βάζεις μια υποδομή για το μέλλον των παιδιών σου και της περιοχής», λέει ο κ. Γεροβασιλείου στη συζήτηση με το «business stories».

Κι όμως, πίσω από αυτήν τη φαινομενικά απλή ταυτότητα κρύβεται μια διαδρομή δεκαετιών που όχι μόνο βοήθησε σημαντικά στην αλλαγή του χάρτη του ελληνικού οίνου, αλλά συνεχίζει μέχρι σήμερα να τον επηρεάζει ενεργά. Με νέες φυτεύσεις, επενδύσεις σε διαφορετικές περιοχές της χώρας και ένα δίκτυο οινοποιείων που εκτείνεται από την Καβάλα και την Επανομή έως τη Σαντορίνη, συνεχίζει να χτίζει ένα πολυκεντρικό μοντέλο ανάπτυξης που δεν ακολουθεί τη λογική της μαζικής παραγωγής. «Το αμπέλι είναι σαν το κέντημα», λέει χαρακτηριστικά.

Το αποτύπωμα

Αυτό το πολυκεντρικό μοντέλο είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης επιλογής που έχει διαμορφωθεί σταδιακά μέσα στον χρόνο. Στον πυρήνα βρίσκεται το Κτήμα Γεροβασιλείου και το Μουσείο Οίνου Γεροβασιλείου, που παραμένει 100% στα χέρια της οικογένειας, και το Κτήμα Βιβλία Χώρα, το οποίο έχει δημιουργηθεί σε συνεργασία με τον Βασίλη Τσακτσαρλή και λειτουργεί ως πλατφόρμα για περαιτέρω δραστηριότητες. Μέσα από αυτήν τη δομή έχουν αναπτυχθεί επιμέρους σχήματα, όπως το Μικρό Κτήμα Τίτου στη Γουμένισσα, το Κτήμα Δύο Υψη στην Ηλεία και η Μικρά Θήρα στη στη Θηρασιά, το νησί απέναντι από τη Σαντορίνη, σε συνεργασία και με την Ιωάννα Βαμβακούρη.

«Ολα είναι παιδιά μας! Είναι όπως κανείς αγαπάει τα παιδιά του εξίσου, έτσι αγαπάω κι εγώ όλα τα κτήματα εξίσου. Αλλά μην ξεχνάτε, κάθε κτήμα έχει τη δική του οντότητα, τη δική του “προσωπικότητα”. Γιατί εξαρτάται από τα εδάφη, το μικροκλίμα και τις ποικιλίες. Οπότε δεν υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά σύμπνοια. Μας βοηθάει να έχουμε ένα “μπουκέτο” από διαφορετικούς χαρακτήρες κρασιών στο εξαγωγικό μας προφίλ», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Η ανάπτυξη αυτή, ωστόσο, έγινε και από ανάγκη λόγω των θεσμικών περιορισμών, κυρίως ως προς τις άδειες φύτευσης. «Δεν μπορούμε να βάλουμε πολλά αμπέλια λόγω περιορισμένων αδειών. Γι’ αυτό επεκταθήκαμε σε άλλα μέρη της Ελλάδας και κάναμε μικρότερα οινοποιεία», εξηγεί. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι νεότερες κινήσεις, όπως η παρουσία στη Νάουσα, μια περιοχή-ορόσημο για το ελληνικό κρασί. «Στη Νάουσα έχουμε επενδύσει σε αμπέλια δικά μας. Είμαστε σε συνεργασία με κάποιο οινοποιείο και οινοποιούμε – και μελλοντικά έχουμε και άλλα σχέδια». Η επιλογή των περιοχών συνδέεται με τη δυναμική που εμφανίζουν στις διεθνείς αγορές και με τη δυνατότητα να ενισχύσουν το εξαγωγικό προφίλ του χαρτοφυλακίου. «Εχουμε δει ότι ορισμένες περιοχές μπορούν να μας βοηθήσουν στις εξαγωγές – και η Νάουσα είναι μία από αυτές», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Το μυστικό του οίνου

Ωστόσο, πίσω από κάθε επενδυτική κίνηση υπάρχει ένα σαφές όριο, που δεν αφορά τη στρατηγική, αλλά τη φύση του ίδιου του προϊόντος. Η αμπελουργία, όπως επιμένει ο ίδιος, δεν μπορεί να «επιταχυνθεί» χωρίς επιπτώσεις. «Το αμπέλι είναι σαν το κέντημα. Θέλει μεγάλη περιποίηση για να σου δώσει το καλύτερο ποιοτικό αποτέλεσμα. Εχω υπολογίσει ότι κάθε κλίμα πρέπει να το “προσκυνάς”, να πέφτεις από πάνω του, 40 με 50 φορές τον χρόνο», λέει.

«Εξάλλου το μυστικό για καλό κρασί είναι το αμπέλι. Αν δεν κάνεις καλή δουλειά στο αμπέλι, δεν μπορείς να κάνεις καλό κρασί», τονίζει.

Ακόμη και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, η ανθρώπινη παρέμβαση παραμένει καθοριστική, καθώς, όπως εξηγεί, η λεπτομέρεια δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τη μηχανή. «Για παράδειγμα, το μηχάνημα κόβει μαζικά, ενώ εμείς αφήνουμε φύλλα για σκίαση. Αυτή η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν αντικαθίσταται», λέει ο κ. Γεροβασιλείου. Σε αυτή τη βάση, η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί στον όγκο, αλλά στην αξία, μια επιλογή που απαιτεί χρόνο, κόστος και, κυρίως, τη δημιουργία φήμης. «Το ποιοτικό κρασί σημαίνει μεγάλο κόπο και κόστος, αλλά και η δημιουργία ισχυρής φήμης είναι καθοριστική για την εξέλιξή του. Με την εδραίωση αυτής της φήμης, προκύπτει και η δυνατότητα αντίστοιχης αναπροσαρμογής της οικονομικής του αξίας».

Την ίδια στιγμή, το αποτύπωμα αυτών των επενδύσεων δεν περιορίζεται στην παραγωγή, αλλά επεκτείνεται και στις τοπικές κοινωνίες, δημιουργώντας ένα ευρύτερο οικοσύστημα δραστηριότητας. «Η Βιβλία Χώρα είναι στο Κοκκινοχώρι Καβάλας. Είναι μια περιοχή που είχε σχεδόν αρχίσει να ερημώνεται. Εκεί ξαφνικά εμείς, κάνοντας το κτήμα Βιβλία Χώρα, απασχολήσαμε γύρω στα 150 νέα άτομα, ενώ ήρθαμε και σε συνεργασία με κάποιους παραγωγούς, 50-60, και έγινε μια οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή και συγκρατήθηκε μεγάλο μέρος του τοπικού πληθυσμού», επισημαίνει. Συνολικά, οι δραστηριότητες απασχολούν 250-300 εργαζομένους, ενώ γύρω από τα οινοποιεία αναπτύσσεται ένα δίκτυο συνεργασιών που στηρίζει την τοπική οικονομία, παρά τις δυσκολίες που δημιουργεί η έλλειψη εργατικών χεριών στον αμπελώνα. Από τη Γουμένισσα μέχρι τη Θηρασιά, περιγράφει μικρές κοιτίδες ανάπτυξης που συμβάλλουν στη διατήρηση του πληθυσμού και τη δημιουργία τοπικής αξίας. «Η δραστηριότητα των επιχειρήσεών μας έχει ταυτόχρονα κοινωνική, παραγωγική και οικονομική διάσταση», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Μονόδρομος οι εξαγωγές

Αυτό το αποτύπωμα όμως δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην εγχώρια αγορά. Σε έναν κλάδο όπου η κατανάλωση στην Ελλάδα είναι περιορισμένη και η παραγωγή σταδιακά αυξάνεται, η εξωστρέφεια αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της ανάπτυξης. «Ο προσανατολισμός μας, πέρα από το να βελτιώνουμε την ποιότητα των κρασιών, είναι η εξαγωγική δραστηριότητα. Στην Ελλάδα η πίτα είναι συγκεκριμένη και αν θέλεις να αναπτυχθείς, πρέπει να κοιτάξεις τις εξαγωγές»,

Στην κατεύθυνση αυτή, τα τελευταία χρόνια έχει οργανωθεί ένα ενιαίο τμήμα εξαγωγών που συντονίζει το σύνολο των δραστηριοτήτων με συστηματική παρουσία σε διεθνείς εκθέσεις και αγορές. «Η στροφή που κάνουμε τώρα είναι προς Ασία, Σιγκαπούρη, Ινδία, Ιαπωνία, Κίνα, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία…». Παράλληλα, οι βασικές αγορές παραμένουν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, όπου το ελληνικό κρασί έχει ήδη αποκτήσει παρουσία. «Η Γερμανία είναι Νο1. Μετά, η Κύπρος, ο Καναδάς, η Αμερική, η Αγγλία και οι σκανδιναβικές χώρες». Σε επίπεδο μεγεθών, η εξαγωγική δραστηριότητα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις ανά προϊόν και περιοχή. «Το κρασί της Σαντορίνης εξάγεται κατά 50%. Στα υπόλοιπα κτήματα είμαστε στο 25% με 30% και μπορούμε να φτάσουμε το 35%», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Η πορεία, ωστόσο, δεν είναι γραμμική, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τη δυναμική των αγορών. «Οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Χάσαμε τη ρωσική αγορά, ήρθαν οι δασμοί στην Αμερική, δημιουργήθηκαν προβλήματα στις αγορές της Μέσης Ανατολής. Γι’ αυτό και το “κομπόδεμα”, όπως έλεγαν παλιά, είναι βασικό για μια επιχείρηση», σημειώνει.

Οι ελληνικές ποικιλίες

Για τον κ. Γεροβασιλείου το στοίχημα του ελληνικού κρασιού στις διεθνείς αγορές έχει ξεκάθαρη απάντηση: τις ελληνικές ποικιλίες. «Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις διεθνώς με ό,τι έχουν όλοι. Το πλεονέκτημά μας είναι οι γηγενείς ποικιλίες και σε αυτές πρέπει να εστιάσουμε ως Ελληνες οινοπαραγωγοί».

Για τον ίδιο, η επιλογή αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδρομής, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Μαλαγουζιά: «Η Μαλαγουζιά ήταν μια ξεχασμένη ποικιλία. Δεν την ήξερε κανείς. Την πιστέψαμε, τη δουλέψαμε και σιγά-σιγά βρήκε τον δρόμο της».

Η αφετηρία βρίσκεται στον πειραματικό αμπελώνα στο Πόρτο Καρράς, όπου, όπως περιγράφει, ξεχώρισε από νωρίς το δυναμικό της. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια διαδρομή που δεν περιορίζεται στην καλλιέργεια, αλλά επεκτείνεται στην ίδια την καθιέρωση της ποικιλίας στην αγορά. «Τους ξετρελάναμε! Γι’ αυτό το κρασί θα το πούμε “Ξελογιάστρα”», του έλεγε ο Καρράς. Η συνέχεια, ωστόσο, απαιτεί πολύ περισσότερα από μια καλή πρώτη εντύπωση: «Δεν είναι εύκολο να σώσεις μια ποικιλία. Εξίσου δύσκολη όμως είναι και η ανάδειξή της. Είναι μεγάλη η πρόκληση να τη φέρεις κοντά στο κοινό με ποιότητα και συνέπεια — μέσα από παρουσία σε εκθέσεις, συνεργασίες με εστιατόρια και συστηματική προσπάθεια καθιέρωσής της». Και κυρίως, απαιτεί χρόνο. «Η καταξίωση μιας ποικιλίας θέλει πάνω από 20 χρόνια», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Σήμερα, η σημασία των ελληνικών ποικιλιών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση καθώς, όπως επισημαίνει, εμφανίζουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις νέες κλιματικές συνθήκες. «Οι ελληνικές ποικιλίες έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ανταποκρίνονται ιδανικά στις συνθήκες του τόπου μας», τονίζει.

Με την ίδια λογική, η αναζήτηση συνεχίζεται και σήμερα, με νέες προσπάθειες που δείχνουν ότι η διαδικασία δεν σταματά. «Ο Βασίλης Τσακτσαρλής, που έχουμε το Κτήμα “Βίβλια Χώρα”, εντόπισε το 2002 μία “άγνωστη” ερυθρή ποικιλία που μετά από έλεγχο ταυτοποίησης DNA, αποδεικνύεται πως πρόκειται για μια παλιά ελληνική ποικιλία που δεν ταυτίζεται με καμία άλλη και φτιάξαμε το κρασί “Βίβλινος”. Είναι ίσως η πιο παλιά ποικιλία που έχουμε στην Ελλάδα».

Η προσπάθεια αυτή βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Είναι μια νέα διαδρομή που, όπως παραδέχεται, απαιτεί τον ίδιο χρόνο και την ίδια επιμονή. «Είμαστε τώρα στη φάση της καταξίωσης. Πιστεύω ότι μετά από 20 χρόνια θα είναι πολύ γνωστή, θα ξεπεράσει και τη Μαλαγουζιά», λέει ο κ. Γεροβασιλείου.

Πορεία γενεών

Η σχέση του ίδιου με το κρασί δεν ξεκινά από τα οινοποιεία, αλλά από ένα μικρό οικογενειακό αμπέλι στην Επανομή, σε μια εποχή όπου η αμπελοκαλλιέργεια δεν αποτελούσε κύρια δραστηριότητα, αλλά κομμάτι της καθημερινότητας. «Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό αμπελάκι, όπως όλοι εδώ. Ηταν η δουλειά του Σαββατοκύριακου. Από εκεί παίρναμε το κρασί μας, τα σταφύλια, τον μούστο, κάναμε το τσίπουρο, το ξίδι. Ηταν το “προστατευόμενο” της οικογένειας».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται και η πρώτη του ανάγκη να κατανοήσει και να βελτιώσει το προϊόν. «Το κρασί που έκανε ο πατέρας μου ξίνιζε στο τέλος και ήθελα να το βελτιώσω». Η αναζήτηση αυτή θα τον οδηγήσει, μετά τις σπουδές του στη Γεωπονία, σε μια καθοριστική απόφαση: «Οταν πήγα σε έναν χημικό και τον ρώτησα γιατί οξειδώνεται το κρασί του πατέρα μου, μου είπε “είναι μυστικά του κρασιού, δεν μπορώ να σ’ τα πω”. Και τότε πήρα ανάποδες και είπα θα μάθω το κρασί». Ετσι, αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Οινολογία στο Μπορντό, φέρνοντας πίσω στην Ελλάδα μια προσέγγιση που τότε ήταν ακόμη άγνωστη: τη συστηματική, επιστημονική κατανόηση της παραγωγής.

Με την επιστροφή του, η καριέρα του ξεκινά στο Πόρτο Καρράς, σε μια περίοδο που το συγκεκριμένο οινοποιείο λειτουργεί ως εργαστήριο εξέλιξης για το ελληνικό κρασί. «Είχα την τύχη να έχω καθηγητή τον Εμίλ Πεϊνό – και έτσι πήγα στο Πόρτο Καρράς. Εκεί ξεκινάει η καριέρα μου ως οινολόγου. Δούλεψα 23 χρόνια και κάναμε μεγάλα κρασιά».

Παράλληλα με αυτή τη διαδρομή, όμως, αρχίζει να διαμορφώνεται και το δικό του εγχείρημα στην Επανομή. Πάνω στο μικρό οικογενειακό αμπέλι, που σταδιακά επεκτείνεται και οργανώνεται, δημιουργείται το Κτήμα Γεροβασιλείου, η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί στη συνέχεια το σύνολο της δραστηριότητάς του. Η εμπειρία από το Πόρτο Καρράς, σε συνδυασμό με τη γνώση που έχει φέρει από τη Γαλλία, μεταφέρεται σταδιακά στο δικό του κτήμα, διαμορφώνοντας μια διαφορετική προσέγγιση στην καλλιέργεια και την οινοποίηση. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με μια συνολικότερη αλλαγή στον κλάδο, καθώς την ίδια περίοδο αρχίζουν να διαμορφώνονται νέοι πυρήνες παραγωγής σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, όπως στη Δράμα, όπου και ο ίδιος συνέβαλε από θέση συμβούλου στην ανάπτυξη των οινοποιείων των αδελφών Λαζαρίδη. «Η κίνηση του ποιοτικού κρασιού στην Ελλάδα ξεκινά από τους πρώτους οινολόγους που σπουδάσαμε στη Γαλλία και φέραμε την επιστημονική υποστήριξη», λέει.

Στο ίδιο πλαίσιο εξελίχθηκε και η σχέση του με τον Βασίλη Τσακτσαρλή, αποτυπώνοντας τη μετάβαση από τη μαθητεία στη σύμπραξη. «Ο Βασίλης Τσακτσαρλής είναι παιδί από την Επανομή, που δούλεψε από πολύ μικρό στο αμπέλι σε εμάς και εν συνεχεία εμπνεύστηκε από μένα που πήγα και σπούδασα στη Γαλλία. Πήγε και σπούδασε και εκείνος στη Γαλλία για να με αντικαταστήσει στον Καρρά. Αλλά όταν επέστρεψε εγώ συμβούλευα τους Λαζαρίδηδες και πήγε εκεί, δούλεψε καμιά δεκαριά χρόνια και μετά πήραμε απόφαση να κάνουμε κάτι δικό μας στην περιοχή της Καβάλας. Είναι παιδί που μεγάλωσε μέσα στο κρασί, αλλά χάρη στα δικά του φτερά κατάφερε να μεγαλουργήσει και να αφήσει τη σφραγίδα του. Για μένα είναι ο καλύτερος οινολόγος της Ελλάδας και ένας από τους καλύτερους του κόσμου. Είναι η επιτομή του οινολόγου!» λέει.

Σε αυτή τη διαδρομή, η συνέχεια έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα από τη νέα γενιά. «Η επόμενη γενιά είναι στις επάλξεις. Και τα παιδιά του Βασίλη και τα δικά μου τα παιδιά. Σύνολο πέντε». Η μετάβαση αυτή είναι αποτέλεσμα μιας καθημερινότητας που τα ίδια τα παιδιά έχουν βιώσει από νωρίς. «Μεγαλώσανε μέσα σε αυτό. Με τις αγωνίες μας, τη σκληρή δουλειά, τα ξενύχτια, τα ταξίδια στις εκθέσεις… Οταν ένα παιδί τα ζει αυτά, μπαίνει μέσα στο πετσί του». Το βάρος, ωστόσο, αλλάζει. «Η σκληρή δουλειά έγινε στο αμπέλι από εμάς. Η σκληρή δουλειά που μένει γι’ αυτούς είναι οι εξαγωγές, το marketing, αλλά και η διατήρηση και η αξιοποίηση των κεκτημένων».

Σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα δεν αφορά μόνο στη συνέχεια μιας επιχείρησης, αλλά και τις προοπτικές του ίδιου του κλάδου. «Τεράστιες! Κάθε νησί είναι και ένα αμπελοτόπι. Κάθε ορεινή περιοχή είναι και ένα αμπελοτόπι», τονίζει ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας.

Διαβάστε ακόμη

Φοροδιαφυγή-μαμούθ στις «ΙΚΕ του 1 ευρώ»

Ευρωπαϊκή Eνωση: Ο νέος προϋπολογισμός των 2 τρισ. ευρώ ανοίγει μέτωπο για χρέος, έλεγχο δαπανών και χρηματοδότηση

lululemon: Από το Βανκούβερ στη Βουκουρεστίου (pic)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα