Ένα μικρό νησί έκτασης μόλις 3,1 τετραγωνικών χιλιομέτρων γνωστό αλλιώς και ως «Καραϊβική της Χαλκιδικής», ένα «οικολογικό» αφήγημα για μία «στρατηγική» επένδυση 5 αστέρων και σωρεία αντιδράσεων από τοπικούς και μη φορείς που έχουν ήδη κάνει τις πρώτες κινήσεις ετοιμάζοντας προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να μπλοκάρουν το έργο των 41,7 εκατ. ευρώ.
Αυτή είναι η εικόνα τη δεδομένη στιγμή για το Διάπορο στη Χαλκιδική, το νησί με τα διάφανα νερά, ακριβώς απέναντι από τη Βουρβουρού στη Σιθωνία, όπου σε έκταση 85 στρεμμάτων η ΣΤΑΝΤΑ Α.Ε., η εταιρεία που συνδέεται ιδιοκτησιακά με τον κ. Σταύρο Ανδρεάδη, προχωρά με τις αδειοδοτήσεις για την στρατηγική επένδυση «Diaporos Green Retreat», έχοντας ολοκληρώσει από την περασμένη άνοιξη τις διαδικασίες διαβούλευσης του φακέλου της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για το έργο.
Ακριβώς τον «πράσινο» χαρακτήρα του έργου που περιλαμβάνει 5άστερες υποδομές αμφισβητούν ουκ ολίγοι φορείς της περιοχής με το Σύλλογο Προστασίας και Ήπιας Ανάπτυξης της Νήσου Διαπόρου να ετοιμάζεται τώρα για το «μπλόκο» στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Κεντρικό σημείο αιχμής, η δυσανάλογη επιβάρυνση και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος σε μια περιοχή που «αντίθετα με ό,τι λέγεται έχει ελάχιστα -περί τα 20 σπίτια- εκ των οποίων μόλις 1 διατίθεται αυτή την στιγμή προς μίσθωση», όπως δηλώνει ο κ. Χρήστος Παπάς, αρχιτέκτονας-μηχανικός και μέλος του Συλλόγου. «Σημειωτέον ότι δρομολογούνται και δυο ακόμα ξενοδοχειακές υποδομές 99 κλινών έκαστη που θα επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση».
Ενστάσεις στο πλαίσιο και της διαβούλευσης έχουν καταθέσει επίσης ο Οικολογικός Περιβαλλοντικός Σύλλογος Σιθωνίας αλλά και η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού. Η τελευταία μάλιστα, σε επιστολή της προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, επισημαίνει ότι η βιωσιμότητα δεν είναι τεχνικά «πράσινα» μέτρα, αλλά σε έναν τόσο μικρό και ευαίσθητο τόπο, η ίδια η κλίμακα της επένδυσης ακυρώνει κάθε έννοια αειφορίας».
Επιπλέον, και η σχετική γνωμοδότηση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που προηγήθηκε την περασμένη άνοιξη, είναι μεν θετική, ωστόσο διαπιστώνει ότι ορισμένα κρίσιμα ζητήματα χρήζουν περαιτέρω τεκμηρίωσης και αποσαφήνισης: «Ιδίως ως προς την επάρκεια και ασφάλεια της υδροδότησης μέσω υφάλμυρης υδροφορίας και αφαλάτωσης, τη διάθεση του αλμόλοιπου και τις πιθανές επιπτώσεις του στον θαλάσσιο αποδέκτη, τις επιπτώσεις των λιμενικών έργων, των υποθαλάσσιων αγωγών και της αυξημένης θαλάσσιας κυκλοφορίας, τις έμμεσες και σωρευτικές επιπτώσεις σε οικοτόπους και είδη, την πραγματική οικολογική αξία της έκτασης και του τοπίου, ανεξαρτήτως της διοικητικής κατάταξης επιμέρους τμημάτων της. το προβλεπόμενο πρόγραμμα περιβαλλοντικής παρακολούθησης».
Ενδεικτικά όπως αναφέρεται «δεν τεκμηριώνεται ο χαρακτηρισμός της εγκατάστασης ως περιβαλλοντικά ουδέτερης» και χρειάζεται «περαιτέρω εξειδίκευση του σχεδιασμού ως προς τη διαχείριση καυσίμων, τις συνθήκες αποθήκευσης, τις εκπομπές θορύβου, τις απαιτήσεις συντήρησης, τα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης ρύπανσης, καθώς και τα μέτρα πυροπροστασίας. Το ενεργειακό σχήμα στηρίζεται σε φωτοβολταϊκό σταθμό, σύστημα αποθήκευσης ενέργειας 4 MWh και δύο ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη, με στόχο τη μεγιστοποίηση της πράσινης ενέργειας και εφεδρική λειτουργία των γεννητριών μόνο όταν δεν επαρκεί η αποθηκευμένη ενέργεια. Το στοιχείο αυτό αξιολογείται θετικά ως προς τη μείωση της εξάρτησης από συμβατικά καύσιμα. Δεν αναιρεί, όμως, το γεγονός ότι τα ηλεκτροπαραγωγικά ζεύγη συνιστούν πραγματική πηγή θορύβου, εκπομπών, ανάγκης διαχείρισης καυσίμων και επικίνδυνων αποβλήτων, καθώς και πρόσθετου κινδύνου πυρκαγιάς», όπως αναφέρεται ενδεικτικά.
Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr
