Οι πολλές ώρες εργασίας, τα εξαντλητικά ωράρια και η περιορισμένη αξιοποίηση υπηρεσιών παιδικής φροντίδας δυσκολεύουν την καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών. Σύμφωνα με ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, το 33% των εργαζομένων με υποχρεώσεις φροντίδας αντιμετωπίζει προβλήματα συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, ενώ σχεδόν επτά στους δέκα που φροντίζουν παιδιά δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φύλαξης ή φροντίδας. Την ίδια ώρα, μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται στη χρήση οικογενειακών αδειών μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Η προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην εργασία και την οικογένεια παραμένει μια δύσκολη εξίσωση για σημαντικό μέρος των εργαζομένων στην Ελλάδα, με τις γυναίκες και τις ηλικίες 35 έως 44 ετών να αντιμετωπίζουν εντονότερες πιέσεις.
Τα στοιχεία προκύπτουν από την ειδική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας, η οποία πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τριμήνων του 2025, παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, σε άτομα ηλικίας 18 έως 74 ετών.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν όχι μόνο τις δυσκολίες που προκαλούν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις στη φροντίδα παιδιών και εξαρτώμενων συγγενών, αλλά και τις σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση σε οικογενειακές άδειες.
Το 33% δυσκολεύεται να συνδυάσει εργασία και οικογένεια
Περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους (33%) δηλώνει ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα έρχεται σε σύγκρουση με τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων.
Το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερο στις γυναίκες, με το σχετικό ποσοστό να φτάνει το 35,4%, ενώ ακόμη υψηλότερα, στο 37,5%, διαμορφώνεται για τα άτομα ηλικίας 35 έως 44 ετών.
Πρόκειται για μια ηλικιακή ομάδα στην οποία οι οικογενειακές υποχρεώσεις είναι ιδιαίτερα αυξημένες, την ώρα που οι επαγγελματικές απαιτήσεις συχνά βρίσκονται σε κρίσιμο στάδιο.
Οι πολλές ώρες εργασίας είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο
Σύμφωνα με την έρευνα, το 34,9% όσων αντιμετωπίζουν δυσκολίες αποδίδει το πρόβλημα στις πολλές ώρες εργασίας, ενώ το 27% επισημαίνει ότι η θέση εργασίας του είναι ιδιαίτερα απαιτητική ή εξαντλητική.
Ακολουθούν τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα εργασίας, με ποσοστό 13%, και ο χρόνος μετακίνησης από και προς την εργασία, με 12,9%.
Σχεδόν επτά στους δέκα δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας παιδιών
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα αφορά την περιορισμένη χρήση οργανωμένων υπηρεσιών φροντίδας, όπως παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία και υπηρεσίες φύλαξης παιδιών.
Συγκεκριμένα, το 67,9% των ατόμων που έχουν την ευθύνη φροντίδας παιδιών κάτω των 15 ετών δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί τέτοιες υπηρεσίες για κανένα από τα παιδιά.
Αντίθετα, το 25,5% αξιοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για όλα τα παιδιά και το 6,2% για ορισμένα από αυτά.
Η χρήση είναι συχνότερη μεταξύ των απασχολουμένων, όπου φτάνει συνολικά στο 34,9%, και στις ηλικίες 35 έως 44 ετών, όπου διαμορφώνεται στο 36,5%.
Στους ανέργους, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 17%.
Γιατί οι οικογένειες δεν καταφεύγουν σε υπηρεσίες φύλαξης
Η έρευνα δείχνει ότι η μη χρήση υπηρεσιών φροντίδας δεν συνδέεται αποκλειστικά με οικονομικούς λόγους.
Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες που δεν χρησιμοποιούν τέτοιες υπηρεσίες, συγκεκριμένα το 47,6%, δηλώνουν ότι προτιμούν να φροντίζουν τα παιδιά οι ίδιοι ή μαζί με τον σύντροφό τους.
Παράλληλα, το 19,4% βασίζεται στη βοήθεια συγγενών και φίλων, ενώ το 18,1% αναφέρει ότι τα παιδιά μπορούν να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους.
Ωστόσο, το κόστος αποτελεί το βασικό εμπόδιο για το 5,6%, ενώ το 3% επικαλείται έλλειψη διαθέσιμων υπηρεσιών και το 1% άλλα προβλήματα που σχετίζονται με αυτές.
Ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό όσων επιλέγουν την προσωπική φροντίδα των παιδιών στις ηλικίες 25 έως 34 ετών, όπου αγγίζει το 64,1%.
Γυναίκες και ηλικίες 35–44 σηκώνουν μεγαλύτερο βάρος
Στο σύνολο των ατόμων ηλικίας 18 έως 74 ετών που συμμετείχαν στην έρευνα, το 29,8% δηλώνει ότι έχει υποχρεώσεις φροντίδας.
Αναλυτικότερα, το 25,7% φροντίζει αποκλειστικά παιδιά, το 3,2% εξαρτώμενους ενήλικες και το 0,9% έχει ταυτόχρονα ευθύνη φροντίδας παιδιών και ενηλίκων.
Οι υποχρεώσεις αυτές είναι συχνότερες στις γυναίκες, με ποσοστό 31,9% έναντι 27,6% στους άνδρες.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση εντοπίζεται στα άτομα ηλικίας 35 έως 44 ετών, όπου το ποσοστό όσων αναλαμβάνουν υποχρεώσεις φροντίδας εκτοξεύεται στο 65,7%, υπερδιπλάσιο του μέσου όρου.
Μεταξύ των απασχολουμένων, το 35,2% έχει αντίστοιχες ευθύνες.
Οικογενειακές άδειες: Μεγάλο χάσμα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι διαφορές που αποκαλύπτει η έρευνα σχετικά με τη χρήση οικογενειακών αδειών.
Στο σύνολο των ατόμων που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο παρελθόν, το 59,9% δηλώνει ότι δεν έχει λάβει κάποια μορφή οικογενειακής άδειας.
Μόλις το 38,1% αναφέρει ότι έχει κάνει χρήση άδειας μητρότητας, πατρότητας ή γονικής άδειας.
Η απόκλιση ανάμεσα στους δύο τομείς της οικονομίας είναι εντυπωσιακή. Στους εργαζόμενους του Δημοσίου, το 80,9% έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, ενώ στον ιδιωτικό τομέα το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 27,4%.
Αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι από επτά στους δέκα εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη κατηγορία της έρευνας, ποσοστό 70,7%, δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει οικογενειακή άδεια.
Άδειες μητρότητας και πατρότητας
Έντονη είναι και η διαφοροποίηση μεταξύ γυναικών και ανδρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 51% των γυναικών που έχουν αναθρέψει παιδιά και έχουν εργαστεί δηλώνει ότι έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, έναντι μόλις 24% των ανδρών.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στη διάρκεια της άδειας.
Το 85,3% των ανδρών που έχουν λάβει οικογενειακή άδεια απουσίασε από την εργασία για διάστημα έως έξι μηνών.
Μόλις το 5,2% έλαβε άδεια διάρκειας από έξι μήνες έως ένα έτος και το 2,8% για περισσότερο από έναν χρόνο.
Αντίθετα, στις γυναίκες το 27,1% έλαβε άδεια διάρκειας άνω των έξι μηνών και έως ενός έτους, ενώ το 30,5% απουσίασε για περισσότερο από έναν χρόνο.
Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται και ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο. Το 59,2% των ατόμων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει κάνει χρήση οικογενειακής άδειας, έναντι μόλις 9,2% όσων έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο.
Δείτε εδώ αναλυτικά την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ
