Έως και 1.330 ευρώ μπορεί να φτάσει η διαφορά στο κόστος θέρμανσης μιας κατοικίας μέσα σε έναν μόνο χειμώνα, ανάλογα με το σύστημα που χρησιμοποιεί το νοικοκυριό. Με τις ενεργειακές τιμές να επιβαρύνουν περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό σε σχέση με πέρυσι, η επιλογή ανάμεσα σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και αντλία θερμότητας αποκτά ιδιαίτερη οικονομική σημασία.
Για ένα τυπικό διαμέρισμα 100 τετραγωνικών μέτρων στην Αττική, το εκτιμώμενο κόστος θέρμανσης για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο κυμαίνεται από 565 ευρώ με αντλία θερμότητας έως 1.895 ευρώ με παλαιό λέβητα πετρελαίου.
Στο ενδιάμεσο βρίσκεται το φυσικό αέριο, με υπολογιζόμενη δαπάνη 870 ευρώ.
Οι διαφορές είναι σημαντικές, ωστόσο το κόστος λειτουργίας δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που πρέπει να εξετάζουν οι καταναλωτές. Στην τελική οικονομική σύγκριση χρειάζεται να συνυπολογίζονται η αρχική δαπάνη αγοράς και εγκατάστασης, οι διαθέσιμες ενισχύσεις, η ενεργειακή κατάσταση του ακινήτου και οι πραγματικές ανάγκες θέρμανσης.
Τα ενδεικτικά στοιχεία αφορούν μία πλήρη χειμερινή περίοδο, με τους υπολογισμούς για ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο να βασίζονται σε σταθερά τιμολόγια.
Πετρέλαιο, φυσικό αέριο και αντλία θερμότητας: Πόσο κοστίζει ο χειμώνας
Η αντλία θερμότητας χαμηλών θερμοκρασιών αναδεικνύεται στην οικονομικότερη επιλογή λειτουργίας ανάμεσα στα τρία συστήματα που συγκρίθηκαν για τη θέρμανση ολόκληρης της κατοικίας.
Το ετήσιο κόστος για το συγκεκριμένο διαμέρισμα υπολογίζεται στα 565 ευρώ, ποσό αρκετά χαμηλότερο από τις αντίστοιχες δαπάνες των άλλων δύο λύσεων.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο λέβητας φυσικού αερίου, με εκτιμώμενο κόστος 870 ευρώ για όλη τη χειμερινή περίοδο.
Αντίθετα, ο παλιός λέβητας πετρελαίου αποδεικνύεται η ακριβότερη επιλογή στο συγκεκριμένο παράδειγμα, καθώς η δαπάνη φτάνει τα 1.895 ευρώ.
Η απόκλιση μεταξύ πετρελαίου και αντλίας θερμότητας ανέρχεται έτσι στα 1.330 ευρώ, πριν αφαιρεθούν τυχόν επιδοτήσεις ή άλλες οικονομικές ενισχύσεις.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι τα ποσά είναι ενδεικτικά και δεν ισχύουν οριζόντια για όλες τις κατοικίες.
Η τοποθεσία του ακινήτου, η ποιότητα της θερμομόνωσης, η εξωτερική θερμοκρασία και οι ώρες καθημερινής λειτουργίας της θέρμανσης μπορούν να διαφοροποιήσουν αισθητά την πραγματική κατανάλωση.
Πόσο αυξήθηκε το κόστος σε σχέση με το 2025
Η σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά δείχνει ότι και οι τρεις εναλλακτικές εμφανίζουν υψηλότερο λειτουργικό κόστος το 2026.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση σε απόλυτο ποσό καταγράφεται στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Συγκεκριμένα, για κατοικία με παλαιό λέβητα, η εκτιμώμενη δαπάνη αυξάνεται από 1.391 ευρώ το 2025 σε 1.895 ευρώ φέτος, δηλαδή κατά 504 ευρώ.
Σημαντική άνοδος παρατηρείται και στο φυσικό αέριο, όπου το κόστος ανεβαίνει από 505 ευρώ σε 870 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 365 ευρώ.
Μικρότερη σε απόλυτα μεγέθη είναι η μεταβολή στην αντλία θερμότητας.
Η αντίστοιχη δαπάνη διαμορφώνεται στα 565 ευρώ, έναντι 430 ευρώ πέρυσι, με την επιβάρυνση να περιορίζεται στα 135 ευρώ.
Παρά τη σημαντική αύξηση που καταγράφεται και σε αυτή την περίπτωση, η αντλία θερμότητας εξακολουθεί να προσφέρει το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος ανάμεσα στις τρεις επιλογές.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει πόσο διαφορετικά μπορεί να επηρεάσουν οι μεταβολές των ενεργειακών τιμών ένα νοικοκυριό, ανάλογα με την τεχνολογία θέρμανσης που διαθέτει.
Πώς διαμορφώνεται ο λογαριασμός μετά τις επιδοτήσεις
Οι διαθέσιμες οικονομικές ενισχύσεις μπορούν να μειώσουν αισθητά το τελικό ποσό που θα καταβάλουν οι δικαιούχοι.
Στα ενδεικτικά σενάρια που εξετάστηκαν, η λειτουργία μιας αντλίας θερμότητας κοστίζει αρχικά 565 ευρώ για όλη τη χειμερινή περίοδο.
Με το όφελος που προκύπτει από το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (ΚΟΤ), το ποσό μπορεί να περιοριστεί στα 465 ευρώ.
Σε διαφορετικό σενάριο, που αφορά νοικοκυριό με ένα παιδί και συνυπολογίζει το επίδομα θέρμανσης, η εκτιμώμενη επιβάρυνση υποχωρεί ακόμη περισσότερο, στα 310 ευρώ.
Για το φυσικό αέριο, η ενδεικτική οικονομική ενίσχυση των 220 ευρώ μειώνει το κόστος από 870 σε 650 ευρώ.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση του πετρελαίου, επίδομα 200 ευρώ περιορίζει τη δαπάνη από 1.895 σε 1.695 ευρώ.
Τα ποσά αυτά αφορούν διαφορετικά παραδείγματα ενίσχυσης και δεν σημαίνουν ότι όλα τα νοικοκυριά δικαιούνται τις ίδιες παροχές.
Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από τα κριτήρια επιλεξιμότητας, το σύστημα θέρμανσης και την οικονομική ενίσχυση που μπορεί να λάβει κάθε δικαιούχος.
Αντλία θερμότητας: Το κόστος αγοράς και ο χρόνος απόσβεσης
Παρότι η αντλία θερμότητας εμφανίζει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα ως προς τη λειτουργική δαπάνη, η εγκατάστασή της απαιτεί υψηλότερη αρχική επένδυση.
Το ενδεικτικό κόστος αγοράς αντλίας θερμότητας κυμαίνεται από 4.000 έως 7.000 ευρώ, ενώ για έναν λέβητα φυσικού αερίου η αντίστοιχη δαπάνη τοποθετείται μεταξύ 2.000 και 5.000 ευρώ.
Στο παράδειγμα του πετρελαίου θεωρείται ότι η κατοικία διαθέτει ήδη εγκατεστημένο λέβητα, επομένως δεν συνυπολογίζεται κόστος αγοράς νέου εξοπλισμού.
Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ιδιοκτήτες που εξετάζουν την αντικατάσταση του υφιστάμενου συστήματος.
Ο ενεργειακός επιθεωρητής Νικήτας Μακρίδης τοποθετεί ενδεικτικά τον χρόνο απόσβεσης μιας αντλίας θερμότητας στα επτά έως εννέα χρόνια.
Το διάστημα μπορεί να διαφοροποιηθεί εφόσον υπάρχει διαθέσιμη επιδότηση για την αγορά και εγκατάσταση του νέου συστήματος.
Παράλληλα, η οικονομική αποδοτικότητα μιας τέτοιας επένδυσης είναι συνήθως μεγαλύτερη όταν η εγκατάσταση προβλέπεται ήδη από το στάδιο της κατασκευής του ακινήτου.
Έτσι, ένα νοικοκυριό που εξετάζει αλλαγή συστήματος θέρμανσης χρειάζεται να αξιολογήσει όχι μόνο τη μείωση των λογαριασμών, αλλά και το συνολικό ποσό που θα απαιτηθεί για την επένδυση.
Θέρμανση ενός δωματίου: Από 145 έως 500 ευρώ το κόστος
Διαφορετική είναι η εικόνα για όσους δεν επιθυμούν να θερμάνουν ολόκληρη την κατοικία, αλλά έναν μικρότερο χώρο.
Στην περίπτωση ενός δωματίου περίπου 15 τετραγωνικών μέτρων, η σύγκριση πέντε συσκευών δείχνει σημαντικές αποκλίσεις στο κόστος λειτουργίας.
Το κλιματιστικό καταγράφει τη χαμηλότερη εκτιμώμενη δαπάνη, με 145 ευρώ για ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο, πριν από οποιαδήποτε ενίσχυση.
Ακολουθεί το κλειστό ενεργειακό τζάκι, με κόστος 160 ευρώ, ενώ η σόμπα υγραερίου υπολογίζεται στα 255 ευρώ.
Στον αντίποδα βρίσκονται το αερόθερμο και η σόμπα αλογόνου, με εκτιμώμενη επιβάρυνση 500 ευρώ το καθένα.
Παρότι οι δύο τελευταίες επιλογές χαρακτηρίζονται από χαμηλό κόστος αγοράς, η συστηματική χρήση τους μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας.
Η σύγκριση αναδεικνύει ότι η οικονομικότερη συσκευή στην αγορά δεν είναι απαραίτητα και η φθηνότερη στη λειτουργία.
Για όσους θερμαίνουν συγκεκριμένους χώρους της κατοικίας, το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό κατά τους χειμερινούς μήνες.
Προσοχή στα σταθερά τιμολόγια και στη λήξη των συμβολαίων
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιλογή του κατάλληλου συμβολαίου προμήθειας ενέργειας.
Οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί βασίζονται σε σταθερές χρεώσεις ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο των όρων των συμβολαίων.
Οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν πότε λήγει το σταθερό τιμολόγιό τους και ποιες χρεώσεις προβλέπονται μετά τη λήξη του.
Μια αλλαγή στο τιμολόγιο μπορεί να επηρεάσει αισθητά το πραγματικό κόστος θέρμανσης, ακόμη και όταν η κατανάλωση παραμένει στα ίδια επίπεδα.
Ο Νικήτας Μακρίδης εκτιμά ότι τα κυμαινόμενα τιμολόγια ενδέχεται να δεχθούν πρόσθετες πιέσεις τους επόμενους μήνες, με πιθανή κορύφωση τον Ιανουάριο.
Αντίθετα, απέφυγε να διατυπώσει συγκεκριμένη πρόβλεψη για την πορεία της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν στην αγορά.
Για τα νοικοκυριά, επομένως, η επιλογή του κατάλληλου συστήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το κόστος κατανάλωσης.
Η ενεργειακή απόδοση της κατοικίας, οι τιμές ρεύματος και καυσίμων, οι διαθέσιμες επιδοτήσεις και η αρχική επένδυση συνθέτουν την τελική οικονομική εικόνα.
Στα συγκεκριμένα παραδείγματα, η αντλία θερμότητας παραμένει η οικονομικότερη επιλογή λειτουργίας για τη θέρμανση ολόκληρου του σπιτιού, ενώ το κλιματιστικό εμφανίζει το χαμηλότερο κόστος όταν ζητούμενο είναι η θέρμανση ενός μόνο δωματίου.
Η ουσιαστική σύγκριση, ωστόσο, πρέπει να γίνεται με βάση τις ανάγκες κάθε κατοικίας και όχι μόνο την τιμή αγοράς ή τη θεωρητική εξοικονόμηση ενός συστήματος.
