Μικραίνουν τελικά τα διαμερίσματα στην Ελλάδα;

Στο ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει η τελευταία ανάλυση της εταιρείας ReDataSet, σε συνέχεια της γενικότερης αίσθησης που επικρατεί στην αγορά ότι οι κατασκευαστές τείνουν προς μικρότερα μεγέθη διαμερισμάτων τα τελευταία χρόνια στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, εξετάζοντας την κατάσταση σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη αλλά και Ηράκλειο Κρήτης. Και η απάντηση είναι η εξής: Η «συρρίκνωση» των διαμερισμάτων είναι υπαρκτή, αλλά δεν αφορά το σύνολο της χώρας. Είναι κυρίως ένα φαινόμενο του κέντρου της Αθήνας — όχι της Ελλάδας συνολικά.

Ειδικότερα, από την ανάλυση προκύπτει ότι η μοναδική περιοχή με σαφή πτωτική τάση ως προς το μέγεθος των σπιτιών είναι αυτή του κέντρου της Αθήνας όπου τα διαμερίσματα έχουν χάσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, κοντά στα 10 τετραγωνικά μέτρα από το ανώτατο σημείο της δεκαετίας του ’90. Την ίδια στιγμή τα βόρεια προάστια έχουν ανακτήσει το χαμένο έδαφος των προηγούμενων ετών, ενώ στα νότια τα σπίτια έχουν μικρύνει μεν όχι αλλά σε όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Η ανάλυση βασίζεται σε δεδομένα αγγελιών πώλησης για σπίτια (εξαιρουμένων των πλειστηριασμών) με τιμές από 500 έως 10.000 ευρώ ανά τ.μ. με έτος κατασκευής από το 1960 έως και το 2026, με επιφάνεια από 20 έως 300 τ.μ..

Τύπος: Διαμερίσματα (εξαιρούνται πλειστηριασμοί). Οι επιμέρους περιοχές που εξετάζονται είναι επτά και συγκεκριμένα στην Αθήνα, το κέντρο, τα βόρεια, τα νότια, τα δυτικά προάστια και ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και το Ηράκλειο της Κρήτης.

Στο κέντρο της Αθήνας τα διαμερίσματα έχουν μικρύνει πλέον στα 75 τ.μ. για τα διαμερίσματα κατασκευής 2020- 2026 όταν τη δεκαετία του ‘90 το αντίστοιχο νούμερο ήταν στα 85 τ.μ.. Η ανάλυση της ReDataset κάνει λόγο για σταδιακή και σταθερή συμπίεση του μεγέθους των διαμερισμάτων και όχι συγκυριακή μεταβολή.

 

Στα βόρεια προάστια, παρατηρείται πτώση τη δεκαετία του 2010, αλλά ισχυρή ανάκαμψη μετά το 2020: Οι νέες κατασκευές φτάνουν περίπου τα 105 τ.μ., επίπεδα αντίστοιχα ή και υψηλότερα προηγούμενων δεκαετιών, τη δεκαετία του ’80 (107 τ.μ.) ή του ’90 (105 τ.μ.).

Στα νότια καταγράφεται ήπια διόρθωση μετά το peak της δεκαετίας του ’90. Η μείωση περιορίζεται σε περίπου -8 τ.μ., με τα νέα ακίνητα να διατηρούν υψηλές επιφάνειες κοντά στα 95 τ.μ. όταν τη δεκαετία του ’90 ήταν στα 103 τ.μ.. Στην περίπτωση αυτή, οι αγοραστές είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν και περιμένουν περισσότερο χώρο για την κατοικία τους.

Στα δυτικά, η αγορά έχει σταθεροποιηθεί: Μετά την κορύφωση της δεκαετίας του ’90, οι επιφάνειες κινούνται σταθερά γύρω στα 85 τ.μ. τις επόμενες τρεις δεκαετίες, με την αγορά να παραπέμπει σε μία πιο ισορροπημένη συνθήκη. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα στον Πειραιά όπου από τα 89 τ.μ. της δεκαετίας του 90 τα μεγέθη των σπιτιών έχουν μειωθεί στα 82 τ.μ. σήμερα, με μικρή πτώση αλλά κυρίως σταθεροποίηση.

Θεσσαλονίκη και Ηράκλειο Κρήτης

Στο δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, τη Θεσσαλονίκη, το μέσο μέγεθος των διαμερισμάτων είναι πλέον κοντά στα 84 τ.μ., έχοντας μειωθεί από τα 90 τ.μ. της δεκαετίας του ’90, ενώ από το 2000 και μετά βαίνει αυξανόμενο. Ωστόσο αν συγκριθεί με τα διαμερίσματα προς πώληση της δεκαετίας του ’60 που είναι αρκετά στην αγορά φαίνεται να έχουν κερδίσει 24 τ.μ. από τα 60 τ.μ..

Το Ηράκλειο Κρήτης αποτελεί από την άλλη την πιο σταθερή αγορά όλα αυτά τα χρόνια. Τα διαμερίσματα παραμένουν κοντά στα 90 τ.μ. εδώ και 60 χρόνια, χωρίς ουσιαστική μεταβολή.

Διαβάστε ακόμη

Πώς το bitcoin μπορεί σύντομα να ξεπεράσει και πάλι τα $80.000 (γράφημα)

Samuel Laurinkari (Wolt) στο newmoney: Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο υψηλής απόδοσης αγορές της Wolt παγκοσμίως

ΔΕΗ: Το στοίχημα των €4 δισ., οι hyperscalers στην Κοζάνη και το νέο ευρωπαϊκό growth story

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα