Από το 1992, όταν ο Τζόελ Σουμάχερ σκηνοθέτησε τον Μάικλ Ντάγκλας στο φιλμ «Ξεχωριστή Μέρα» (Falling Down), το ερώτημα «τι θα γινόταν εάν κάποιος/κάποια αποφασίσει ξαφνικά ότι ‘φτάνει, ως εδώ’, πάρει ένα όπλο και αρχίζει να καθαρίζει όποιον βρει μπροστά του για να εκδικηθεί την κοινωνία γενικώς και αορίστως;» έπαψε να είναι εντελώς θεωρητικό.

Στην «Ξεχωριστή Μέρα» εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ταυτίστηκαν με τον ήρωα που υποδύεται ο Μάικλ Ντάγκλας, έναν τύπο που απασφάλισε, που έσκασε, που από θύμα έγινε αμείλικτος τιμωρός. Το συγκεκριμένο φιλμ αποτύπωσε ένα απωθημένο και μια φαντασίωση. Τη φαντασίωση του ανθρώπου που νιώθει αδικημένος, αγνοημένος, παραπεταμένος από το σύστημα. Του ανθρώπου που έσπασε και απλώς απασφάλισε, βάλλοντας επί δικαίων και αδίκων, αδιακρίτως.

Στην κινηματογραφική «Ξεχωριστή Μέρα», ο ήρωας που παίρνει το όπλο του και θερίζει όποιον του κάθεται στο λαιμό, είναι ένας περίπου σαραντάρης, ο οποίος περνά το όριο αντοχής του. Η κεντρική ιδέα είναι κατά βάσιν ίδια με τον περίφημο και πολύ παλαιότερο «Ταξιτζή» του Μάρτιν Σκορσέζε με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο: Ένας συμβιβασμένος, κοινός και πλήρως υποταγμένος πολίτης, μπουχτίζει από την ίδια την αδυναμία του να προσαρμοστεί ή να αναγκάσει το σύστημα να του συμπεριφερθεί όπως ο ίδιος νομίζει πως αξίζει και δικαιούται, και μεταμορφώνεται σε ανήμερο θηρίο. Αλλιώς, από άκακο πρόβατο, γίνεται ένας λυσσασμένος λύκος.

Η εγχώρια «Ξεχωριστή Μέρα»

Χθες, Τρίτη 28 Απριλίου 2026 η Ελλάδα γνώρισε τη δική της, απολύτως πραγματική, εκδοχή της «Ξεχωριστής Μέρας».

Με την εσωτερική έκρηξη που διέλυσε στο μυαλό του πρωταγωνιστή κάθε φραγμό και κάθε αναστολή, ισοπεδώθηκε επίσης κάθε ορθολογικό κριτήριο. Οπότε, το εάν το αίτημά του για μια τρίτη ή τέταρτη σύνταξη από το ελληνικό κράτος ήταν λογικό και δίκαιο, έπαψε να έχει οποιαδήποτε σημασία. Διότι για εκείνον -και τα ανύποπτα θύματά του- είχε έρθει η ώρα να μιλήσει η πριονισμένη καραμπίνα.

Στην επιστολή του ο ήδη διαβόητος 89χρονος Παναγιώτης Κ., ως μετενσάρκωση του Μάικλ Ντάγκλας, καταγράφει όλα όσα χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για εκείνον. Κάτι ανάμεσα σε διαθήκη, προκήρυξη αλλά και εμμέσως επαναστατικό μανιφέστο, ο υπέργηρος παρά λίγο μακελλάρης εξηγεί ότι «είμαι ο Παναγιώτης Κ. Γεννήθηκα στη Μεσσηνία το 1937 και πήγα στρατιώτης το 1959. Το 1962 πήγα στο Βερολίνο για δουλειά και σχολείο. Το 1970 ταξίδεψα και εγκαταστάθηκα στο Σικάγο. Το 2005 κατέθεσα στο Σικάγο για σύνταξη και η Αμερική μου έβγαλε σύνταξη σε 2 μήνες. Επίσης, κατέθεσα στο Σικάγο τη γερμανική κάρτα και σε 6 μήνες μού έστειλαν τη μικτή γερμανική σύνταξη.

Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr