Η παγκόσμια αγορά ενέργειας βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με μια νέα κρίση πετρελαίου. Ωστόσο, παρά τη δραματική κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι αγορές δείχνουν —τουλάχιστον προς το παρόν— να αποφεύγουν το σοκ που προκάλεσε το 2022 η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Σήμερα η εικόνα είναι θεωρητικά ακόμη πιο ανησυχητική: η ένταση με το Ιράν θέτει σε κίνδυνο περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως από ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές δεν έχουν —μέχρι στιγμής— αντιδράσει με την ίδια ένταση που παρατηρήθηκε το 2022.

Δύο βασικές διαφορές εξηγούν γιατί.

Το πολιτικό ρίσκο στις Ηνωμένες Πολιτείες

Η πρώτη διαφορά αφορά το γεωπολιτικό πλαίσιο της σύγκρουσης. Σε αντίθεση με την περίπτωση της Ουκρανίας, όπου η σύγκρουση ξεκίνησε από τη Ρωσία, ο πόλεμος στο Ιράν προέκυψε από στρατιωτική κλιμάκωση που ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί μεγαλύτερο έλεγχο στη διάρκεια της σύγκρουσης, καθώς μπορεί να περιορίσει ή να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εάν το κρίνει αναγκαίο. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι αγορές αποτιμούν τον κίνδυνο.

Αμερικανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η πολιτική πραγματικότητα στο εσωτερικό των ΗΠΑ λειτουργεί ως σημαντικός περιοριστικός παράγοντας για την κλιμάκωση του πολέμου. Η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση, ενώ το κόστος ζωής παραμένει υψηλό για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.

Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών αποτελεί κεντρικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, γεγονός που καθιστά πολιτικά επικίνδυνη μια μακρά περίοδο υψηλών τιμών καυσίμων. Ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά τους εκλογικούς σχεδιασμούς του Λευκού Οίκου.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο υπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών υπογράμμισε πρόσφατα ότι η σύγκρουση με το Ιράν δεν προορίζεται να εξελιχθεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο. «Αυτό δεν είναι Ιράκ. Δεν είναι ατέρμονη σύγκρουση. Είναι το αντίθετο», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, η ασάφεια γύρω από τους τελικούς στόχους της στρατιωτικής εκστρατείας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας σχετικά αιφνίδιας αποκλιμάκωσης — μια εξέλιξη που θα μπορούσε να παρουσιαστεί πολιτικά ως επιτυχία.

Η αγορά ενέργειας δεν αντιμετωπίζει έλλειψη

Η δεύτερη, και ίσως σημαντικότερη, διαφορά σε σχέση με το 2022 αφορά τη δομή της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

Σε αντίθεση με την περίοδο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αυτή τη φορά η αγορά δεν εμφανίζει πραγματική φυσική έλλειψη πετρελαίου. Αντίθετα, μεγάλοι όγκοι αργού παραμένουν απούλητοι.

Η Κίνα, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα του Ιράν, φαίνεται να έχει αυξήσει τα στρατηγικά της αποθέματα τους τελευταίους μήνες, προετοιμαζόμενη για ένα πιθανό σενάριο διαταραχών. Παρόμοια στρατηγική έχουν ακολουθήσει και άλλοι μεγάλοι εισαγωγείς ενέργειας.

Επιπλέον, σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου πραγματοποιείται μέσω μακροπρόθεσμων συμβολαίων. Υπολογίζεται ότι περίπου το 70% του LNG πωλείται με συμφωνίες σταθερής τιμολόγησης, γεγονός που περιορίζει τον άμεσο αντίκτυπο των διακυμάνσεων στις αγορές.

Οι αυξήσεις στις τιμές LNG που καταγράφονται αυτές τις ημέρες αφορούν κυρίως τη λεγόμενη spot αγορά, η οποία αντιπροσωπεύει μόνο ένα μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.

Παράλληλα, οι δυτικές χώρες διατηρούν στρατηγικά αποθέματα ενέργειας που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους για περίπου τρεις μήνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν επίσης σημαντικά αποθέματα έκτακτης ανάγκης, τα οποία μπορούν να απελευθερωθούν εφόσον χρειαστεί.

Στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζεται επίσης πιο διαχειρίσιμη σε σχέση με την ενεργειακή κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Περίπου το 58% των εισαγωγών LNG της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το Κατάρ καλύπτει περίπου το 8%.

Ο ρόλος των Στενών του Ορμούζ

Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η δυνατότητα παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν χερσαίους αγωγούς που επιτρέπουν τη μεταφορά περίπου 9 έως 10 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως χωρίς να απαιτείται διέλευση από τα Στενά.

Ο OPEC+ έχει επίσης ανακοινώσει πρόσθετες αυξήσεις παραγωγής, προκειμένου να αντισταθμίσει ενδεχόμενες διαταραχές στην προσφορά.

Όσον αφορά το LNG, οι ευρωπαϊκές τιμές αυξήθηκαν κατά περίπου 35% έως 45% μετά την απόφαση του Κατάρ να αναστείλει προσωρινά την παραγωγή του. Παρά τη μεγάλη ποσοστιαία άνοδο, οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά που είχε βιώσει η Ευρώπη το 2022 και το 2023.

Η αβεβαιότητα παραμένει

Παρά τα παραπάνω, η αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή. Ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή εμπλέκει πολλούς περισσότερους γεωπολιτικούς παράγοντες και ενέχει σημαντικά μεγαλύτερα ρίσκα για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση ή πόσο βαθιά θα επηρεάσει τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής.

Εάν η παραγωγή στο Κατάρ παραμείνει περιορισμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς LNG —όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ινδία— θα αναγκαστούν να στραφούν σε εναλλακτικές πηγές, κυρίως στις εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο αυξημένος ανταγωνισμός για το LNG των ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών.

Για την ώρα, πάντως, η παγκόσμια αγορά ενέργειας δείχνει να αντέχει την πίεση. Το 2026 δεν είναι ακόμη 2022 — αλλά η ισορροπία παραμένει εύθραυστη.

Διαβάστε ακόμη

Ελ Εριάν: Αυτοί είναι οι τρεις παράγοντες εκτός του Ιράν που μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομική κρίση

Πώς θησαυρίζουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου πετρελαίου

Ενέργεια: «Τσιμπάει» η χονδρική στο ρεύμα, σε διόρθωση το αέριο (pic)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα