Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με έναν γνώριμο, αλλά εξίσου απειλητικό εφιάλτη: την ενεργειακή αστάθεια. Αυτή τη φορά, δεν πρόκειται για μια σταδιακή κρίση που εξελίσσεται στο βάθος του χρόνου, αλλά για ένα σοκ που πυροδοτείται άμεσα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στο Ιράν, σύμφωνα με το Bloomberg, που αρχικά αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμη περιφερειακό επεισόδιο, μετατρέπεται πλέον σε καταλύτη για ευρύτερες οικονομικές αναταράξεις, με την Ευρώπη να βρίσκεται στο επίκεντρο των συνεπειών.

Η πρώτη ένδειξη ήρθε από την ίδια την αγορά ενέργειας. Η διαταραχή στις ροές μέσω των βασικών θαλάσσιων διαδρομών, και κυρίως από τα Στενά του Ορμούζ, ανέδειξε την ευαλωτότητα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει μειώσει την εξάρτησή της από συγκεκριμένους προμηθευτές τα τελευταία χρόνια, παραμένει βαθιά εξαρτημένη από τις παγκόσμιες ροές φυσικού αερίου και υγροποιημένου αερίου. Και όταν αυτές οι ροές απειλούνται, το κόστος μεταφέρεται άμεσα στις οικονομίες της.

Οι επιπτώσεις δεν άργησαν να φανούν. Οι τιμές του φυσικού αερίου άρχισαν να κινούνται ανοδικά, ενισχύοντας τις ήδη υπάρχουσες πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, η αβεβαιότητα για τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης ενισχύει τη μεταβλητότητα στις αγορές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που αποθαρρύνει τις επενδύσεις και επιβαρύνει την κατανάλωση. Η Ευρώπη, που ήδη κινείται σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βλέπει τις προοπτικές της να επιδεινώνονται.

Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι τα ενεργειακά αποθέματα της ηπείρου βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους. Ο συνδυασμός ενός δύσκολου χειμώνα και λιγότερο αυστηρών πολιτικών αποθήκευσης έχει αφήσει περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα διαταραχή στις εισαγωγές ενέργειας μεταφράζεται σε άμεση αύξηση του κόστους.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές. Η ίδια η δομή της αγοράς ενέργειας καθίσταται πιο ανταγωνιστική και ασταθής. Η Ευρώπη καλείται πλέον να ανταγωνιστεί άλλες μεγάλες οικονομίες για την εξασφάλιση προμηθειών, με την Ασία να εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρός «παίκτης». Χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Κίνα διεκδικούν τις ίδιες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου, οδηγώντας σε έναν άτυπο ενεργειακό ανταγωνισμό που ανεβάζει τις τιμές και περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Παράλληλα, οι δημοσιονομικές αντοχές των ευρωπαϊκών οικονομιών δοκιμάζονται. Οι κυβερνήσεις καλούνται να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας, σε μια περίοδο που τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Τα πακέτα στήριξης που εξετάζονται ή υλοποιούνται ενισχύουν προσωρινά την κατανάλωση, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνουν τα ελλείμματα και αυξάνουν το κόστος δανεισμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η άνοδος του πληθωρισμού απαιτεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Από την άλλη, η οικονομική επιβράδυνση καθιστά επικίνδυνη μια επιθετική αύξηση επιτοκίων. Η ισορροπία ανάμεσα στην καταπολέμηση του πληθωρισμού και στη στήριξη της ανάπτυξης γίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που κινείται με μειωμένη δυναμική. Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη υποχωρούν, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται. Το σενάριο ενός συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού κόστους ενέργειας, που είχε βιωθεί έντονα το 2022, επανέρχεται στο προσκήνιο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ευρώπη έχει διδαχθεί από την προηγούμενη κρίση. Παρά τις προσπάθειες διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών και ενίσχυσης των υποδομών, η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες παραμένει ισχυρή. Η ενεργειακή αυτονομία εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο και όχι πραγματικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την επιτάχυνση της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενίσχυση της πυρηνικής ενέργειας επανέρχεται δυναμικά. Οι επενδύσεις σε αυτές τις τεχνολογίες θεωρούνται πλέον όχι μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και στρατηγική ανάγκη για τη μείωση της εξάρτησης από ασταθείς γεωπολιτικές περιοχές.

Ωστόσο, η μετάβαση αυτή απαιτεί χρόνο, κεφάλαια και πολιτική βούληση, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg. Μέχρι να ολοκληρωθεί, η Ευρώπη θα συνεχίσει να είναι εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ. Και όσο οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή παραμένουν ενεργές, το κόστος αυτής της εξάρτησης θα γίνεται όλο και πιο εμφανές.

Το ενεργειακό σοκ δεν είναι πλέον ένα υποθετικό σενάριο. Είναι ήδη εδώ, επηρεάζοντας τιμές, ανάπτυξη και πολιτικές αποφάσεις. Και το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θα το βιώσει, αλλά πόσο βαθιά και για πόσο διάστημα θα επηρεάσει την οικονομία της.

Διαβάστε ακόμη 

Σύσκεψη για την ακρίβεια: Στο μικροσκόπιο πάνω από 100 εταιρείες τροφίμων – Από 1/4 η επιδότηση του diesel με 20 λεπτά το λίτρο 

Πώς ένα μανάβικο έκανε τη διαφορά στα βόρεια προάστια της Αθήνας

Ένα ακόμα δεξαμενόπλοιο του Προκοπίου πέρασε τα Στενά του Ορμούζ – 4 στο σύνολο

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα