search icon

Newmoney Energy

Ενεργειακή ακρίβεια: Επιπλέον 648 εκατ. ευρώ τον μήνα για ρεύμα και καύσιμα – Ποιοι σηκώνουν το βάρος

Πρόσθετο ενεργειακό κόστος 648 εκατ. ευρώ τον μήνα επιβαρύνει την οικονομία - Παρά τις επιδοτήσεις, νοικοκυριά και επιχειρήσεις επωμίζονται έως 500 εκατ. ευρώ, με κίνδυνο νέων ανατιμήσεων

123RF

Ένας ιδιαίτερα δαπανηρός χειμώνας διαγράφεται για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς η εκτίναξη των τιμών στην ενέργεια απειλεί να απορροφήσει σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, παρά τις κρατικές παρεμβάσεις και τις εκπτώσεις που προσφέρουν τα διυλιστήρια.

Η συνολική πρόσθετη επιβάρυνση από τις ανατιμήσεις σε ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης, βενζίνη και υγραέριο υπολογίζεται σε 600 έως 650 εκατ. ευρώ κάθε μήνα. Από το ποσό αυτό, το Δημόσιο καλύπτει περίπου 100 εκατ. ευρώ μέσω επιδοτήσεων, ενώ η συνεισφορά των διυλιστηρίων παραμένει κάτω από τα 50 εκατ. ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και μετά την εφαρμογή των μέτρων στήριξης, περίπου 450 έως 500 εκατ. ευρώ πρόσθετου ενεργειακού κόστους εξακολουθούν να επιβαρύνουν κάθε μήνα νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς και στα πρατήρια καυσίμων. H παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού κόστους ενισχύει τον κίνδυνο νέου κύματος ανατιμήσεων σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, με τις πιέσεις να ενδέχεται να γίνουν εντονότερες από τις αρχές του 2027.

Η τελική έκταση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί κυρίως από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι τιμές θα διατηρηθούν στα σημερινά υψηλά επίπεδα.

Καύσιμα: Πρόσθετος λογαριασμός 522 εκατ. ευρώ κάθε μήνα

Το μεγαλύτερο βάρος των ενεργειακών ανατιμήσεων προέρχεται από την αγορά καυσίμων, όπου η αύξηση των τιμών σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Με βάση τις ποσότητες που καταναλώνονταν μηνιαίως το 2025 και τις μέσες τιμές που έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής τον Οκτώβριο του 2026, η συνολική μηνιαία δαπάνη για πετρέλαιο κίνησης, αμόλυβδη βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης και υγραέριο θα έφθανε χωρίς επιδοτήσεις τα 1,653 δισ. ευρώ.

Τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ο ίδιος λογαριασμός ανερχόταν σε 1,131 δισ. ευρώ.

Η διαφορά αντιστοιχεί σε επιπλέον 522 εκατ. ευρώ τον μήνα, δηλαδή αύξηση 46,2%, πριν υπολογιστούν οι κρατικές ενισχύσεις και οι εκπτώσεις των διυλιστηρίων.

Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή, η οποία επηρεάζει όχι μόνο το κόστος μετακίνησης των νοικοκυριών, αλλά και τις λειτουργικές δαπάνες των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα όσων εξαρτώνται από τις οδικές μεταφορές και τη διανομή προϊόντων.

Πετρέλαιο κίνησης: Η μεγαλύτερη επιβάρυνση με αύξηση 53,6%

Στην πρώτη θέση ως προς την πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση βρίσκεται το πετρέλαιο κίνησης, το οποίο απορροφά σχεδόν το μισό επιπλέον κόστος που καταγράφεται συνολικά στα καύσιμα.

Με τη μηνιαία κατανάλωση να υπολογίζεται σε περίπου 295 εκατ. λίτρα, η τιμή χωρίς επιδότηση έχει διαμορφωθεί στα 2,357 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,535 ευρώ τον Οκτώβριο του 2025.

Η ανατίμηση φθάνει το 53,6%, με αποτέλεσμα η πρόσθετη μηνιαία δαπάνη να υπολογίζεται σε 242,6 εκατ. ευρώ.

Ακολουθεί η αμόλυβδη βενζίνη, για την οποία η μηνιαία κατανάλωση εκτιμάται σε 246 εκατ. λίτρα.

Η τιμή έχει αυξηθεί από 1,741 ευρώ σε 2,303 ευρώ το λίτρο, καταγράφοντας άνοδο 32,3%. Η αντίστοιχη πρόσθετη επιβάρυνση ανέρχεται σε 138,5 εκατ. ευρώ μηνιαίως.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ποσοστιαία αύξηση στο πετρέλαιο θέρμανσης, η τιμή του οποίου έχει εκτιναχθεί από 1,133 ευρώ στα 2 ευρώ ανά λίτρο, πριν από τις επιδοτήσεις.

Με μηνιαία κατανάλωση περίπου 149 εκατ. λίτρων, η αύξηση 76,6% μεταφράζεται σε πρόσθετο κόστος 129,2 εκατ. ευρώ.

Στο υγραέριο, η επιβάρυνση είναι συγκριτικά μικρότερη, αλλά εξίσου αισθητή για όσους το χρησιμοποιούν. Η τιμή του έχει αυξηθεί από 0,947 σε 1,087 ευρώ το λίτρο, δηλαδή κατά 14,8%.

Με κατανάλωση 85 εκατ. λίτρων μηνιαίως, η πρόσθετη δαπάνη υπολογίζεται σε 11,9 εκατ. ευρώ.

Οι τιμές στην αντλία παραμένουν υψηλές παρά τις επιδοτήσεις

Η εικόνα που αντιμετωπίζουν οι οδηγοί στα πρατήρια επιβεβαιώνει ότι οι επιδοτήσεις περιορίζουν μεν τις αυξήσεις, αλλά δεν επαναφέρουν τις τιμές στα περσινά επίπεδα.

Κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης διαμορφώθηκε στα 2,203 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 1,748 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 26%.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η ανατίμηση στο πετρέλαιο κίνησης, όπου η μέση τιμή έφθασε τα 2,147 ευρώ, από 1,540 ευρώ πέρυσι, καταγράφοντας άνοδο 39,4%.

Το υγραέριο διαμορφώθηκε στα 1,087 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 0,947 ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης έκανε πρεμιέρα στη φετινή περίοδο διάθεσης με τιμή 1,564 ευρώ, από 1,128 ευρώ πέρυσι, αυξημένη κατά 38,7%.

Ανάλογες πιέσεις είχαν καταγραφεί και τον Σεπτέμβριο, όταν η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων είχε φθάσει στα 2,152 ευρώ ανά λίτρο, αυξημένη κατά 22,7%.

Η αμόλυβδη 100 οκτανίων είχε διαμορφωθεί στα 2,387 ευρώ, με αύξηση 21,7%, ενώ το πετρέλαιο κίνησης είχε αγγίξει τα 2,140 ευρώ ανά λίτρο, καταγράφοντας άνοδο 38,8% σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025.

Ηλεκτρικό ρεύμα: Επιπλέον 76 εκατ. ευρώ τον μήνα

Σημαντική επιβάρυνση προκύπτει και από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, με τις αυξήσεις να επηρεάζουν άμεσα τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις που ηλεκτροδοτούνται στη χαμηλή τάση.

Η μέση μηνιαία κατανάλωση στη συγκεκριμένη κατηγορία υπολογίζεται σε περίπου 2,53 δισ. κιλοβατώρες.

Με τη μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας να αυξάνεται από 0,24 ευρώ σε 0,27 ευρώ ανά κιλοβατώρα, η ανατίμηση φθάνει το 12,5%.

Ως αποτέλεσμα, το συνολικό μηνιαίο κόστος ανεβαίνει από 607,1 εκατ. ευρώ σε περίπου 683 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση σχεδόν 76 εκατ. ευρώ κάθε μήνα.

Μάλιστα, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι πιέσεις δεν έχουν εξαντληθεί, καθώς στα τιμολόγια του Οκτωβρίου έχουν ήδη καταγραφεί νέες σημαντικές αυξήσεις, ιδιαίτερα στα πράσινα τιμολόγια.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι τα πράσινα τιμολόγια εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Φυσικό αέριο: Τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ επιπλέον τον μήνα

Στον συνολικό ενεργειακό λογαριασμό προστίθεται και η επιβάρυνση από το φυσικό αέριο, η οποία αποκτά μεγαλύτερη σημασία κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν αυξάνονται οι ανάγκες θέρμανσης.

Η μηνιαία κατανάλωση τους χειμερινούς μήνες ανέρχεται σε τουλάχιστον 1,2 δισ. κιλοβατώρες.

Με βάση την άνοδο των τιμών, το επιπλέον κόστος εκτιμάται σε τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ μηνιαίως.

Η πρόσθετη αυτή δαπάνη έρχεται να προστεθεί στις αυξήσεις των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας και των υγρών καυσίμων, επιτείνοντας την οικονομική πίεση στα νοικοκυριά.

Πόσο κοστίζουν οι κρατικές επιδοτήσεις

Απέναντι στην άνοδο των τιμών, το Δημόσιο έχει ενεργοποιήσει παρεμβάσεις για τον περιορισμό του κόστους σε τρία βασικά καύσιμα.

Η κρατική ενίσχυση ανέρχεται σε 0,15 ευρώ ανά λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης, 0,20 ευρώ για το πετρέλαιο θέρμανσης και 0,10 ευρώ για την αμόλυβδη βενζίνη.

Το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των συγκεκριμένων επιδοτήσεων υπολογίζεται σε 98,7 εκατ. ευρώ τον μήνα.

Από το ποσό αυτό, 44,2 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στην επιδότηση του πετρελαίου κίνησης, 29,8 εκατ. ευρώ στο πετρέλαιο θέρμανσης και 24,6 εκατ. ευρώ στην αμόλυβδη βενζίνη.

Παρά το σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, οι ενισχύσεις καλύπτουν μόνο ένα μέρος της πρόσθετης επιβάρυνσης που έχει προκαλέσει η άνοδος των ενεργειακών τιμών.

Διυλιστήρια: Αλλαγή στις εκπτώσεις από τις 16 Οκτωβρίου

Στην προσπάθεια περιορισμού των ανατιμήσεων συμμετέχουν και τα διυλιστήρια, αν και η οικονομική συνεισφορά τους παραμένει μικρότερη από εκείνη του κράτους.

Έως τις 15 Οκτωβρίου, οι εκπτώσεις που παρείχαν αντιστοιχούσαν σε 0,05 ευρώ ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης και 0,10 ευρώ ανά λίτρο στην αμόλυβδη βενζίνη.

Το συνολικό μηνιαίο κόστος αυτών των παρεμβάσεων υπολογιζόταν σε 39,4 εκατ. ευρώ.

Ωστόσο, από τις 16 Οκτωβρίου άλλαξε η κατανομή των εκπτώσεων.

Η επιδότηση των 0,10 ευρώ ανά λίτρο στην αμόλυβδη καταργήθηκε, ενώ στη θέση της τέθηκε έκπτωση 0,20 ευρώ ανά λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Με τη νέα διάρθρωση των παρεμβάσεων, το μηνιαίο κόστος για τα διυλιστήρια αυξάνεται στα 44,5 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 13,1%.

Ο τελικός λογαριασμός: Έως 500 εκατ. ευρώ στις πλάτες νοικοκυριών και επιχειρήσεων

Η συνολική αποτίμηση των ανατιμήσεων δείχνει το μέγεθος της οικονομικής πίεσης που δημιουργεί η ενεργειακή ακρίβεια.

Η πρόσθετη μηνιαία επιβάρυνση ανέρχεται σε περίπου 648 εκατ. ευρώ, με τη μεγαλύτερη συμμετοχή να προέρχεται από τα καύσιμα.

Αναλυτικότερα, 522 εκατ. ευρώ αποδίδονται στις αυξήσεις των υγρών καυσίμων και του υγραερίου, σχεδόν 76 εκατ. ευρώ στο ηλεκτρικό ρεύμα και τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ στο φυσικό αέριο.

Από αυτό το ποσό, το κράτος και τα διυλιστήρια καλύπτουν συνολικά περίπου 143 εκατ. ευρώ κάθε μήνα, μέσω των επιδοτήσεων και των εκπτώσεων που έχουν τεθεί σε εφαρμογή.

Εφόσον συνυπολογιστεί και η πρόσθετη χρηματοδότηση των 50 εκατ. ευρώ για την αύξηση του επιδόματος θέρμανσης κατά 30%, η συνολική στήριξη προσεγγίζει τα 200 εκατ. ευρώ, αν και το συγκεκριμένο ποσό δεν αποτελεί αυτοτελή μηνιαία επιδότηση.

Ακόμη και μετά τις παρεμβάσεις, το πρόσθετο κόστος που παραμένει για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτιμάται στην περιοχή των 450 έως 500 εκατ. ευρώ τον μήνα.

Η επιβάρυνση αυτή δεν αποτελεί μια προσωρινή δαπάνη που εξαντλείται σε έναν μόνο λογαριασμό. Όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές, οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα και ενισχύουν την πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Την ίδια στιγμή, το υψηλό κόστος μεταφορών, θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργεί συνθήκες για νέες ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες, με τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα.

Το καθοριστικό ερώτημα για τους επόμενους μήνες δεν αφορά μόνο το ύψος των τιμών, αλλά κυρίως τη διάρκεια της ενεργειακής ακρίβειας. Όσο περισσότερο παραμένει η αγορά στα σημερινά επίπεδα, τόσο μεγαλύτερο θα γίνεται το σωρευτικό οικονομικό βάρος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Exit mobile version