Η δυνατότητα της Ευρώπης να επιστρέψει σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης περνά πλέον μέσα από ένα κρίσιμο στοίχημα: τη μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης από το εξωτερικό. Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών και την επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Ευρωζώνη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε γεωπολιτικές αναταράξεις και ακραίες διακυμάνσεις των τιμών.
Οι οικονομολόγοι του ESM προειδοποιούν ότι περισσότερο από το 70% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης στη Ζώνη του Ευρώ εξακολουθεί να καλύπτεται από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους. Η εικόνα αυτή, όπως υποστηρίζουν, περιορίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ευρωπαϊκής οικονομίας και ταυτόχρονα αυξάνει την έκθεσή της σε εξωτερικά σοκ.
Η νέα κρίση στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας επαναφέρουν με ένταση τη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Παρότι η άμεση εξάρτηση της Ε.Ε. από τους ενεργειακούς πόρους που διέρχονται μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένει σχετικά περιορισμένη —καλύπτοντας περίπου το 10% των εισαγωγών πετρελαίου και το 5% των εισαγωγών LNG— οι εξελίξεις στην περιοχή υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστο παραμένει το ενεργειακό οικοδόμημα της ηπείρου.
Η σκιά των γεωπολιτικών κρίσεων
Για την Ευρωζώνη, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνιστούν ένα νέο πλήγμα στους όρους εμπορίου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες της περιοχής εξακολουθούν να αναζητούν σταθερότητα μετά το ενεργειακό σοκ του 2022. Ο επικεφαλής οικονομολόγος του ESM, Ρολφ Στράουχ, επισημαίνει ότι, παρότι οι τιμές φυσικού αερίου και ενέργειας δεν έχουν φτάσει στα ακραία επίπεδα που καταγράφηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η μνήμη εκείνης της κρίσης παραμένει έντονη.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η υψηλή εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενη ενέργεια σημαίνει ότι κάθε νέα άνοδος στις τιμές μεταφράζεται σε ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις και σε μεταφορά πλούτου από τα κράτη της Ευρωζώνης προς τις χώρες που εξάγουν ενέργεια. Με άλλα λόγια, το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να λειτουργεί ως παράγοντας αποδυνάμωσης της ευρωπαϊκής οικονομικής δυναμικής.
Η πράσινη μετάβαση ως στρατηγική άμυνα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ESM θεωρεί ότι η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή αλλά και στρατηγική οικονομικής ασφάλειας. Το ποσοστό συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της Ευρωζώνης είχε φτάσει το 25% το 2022, με στόχο να υπερβεί το 42% έως το τέλος της δεκαετίας.
Οι οικονομολόγοι του οργανισμού υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη ενεργειακών συστημάτων χαμηλών εκπομπών άνθρακα και μεγαλύτερης αυτάρκειας θα μειώσει μακροπρόθεσμα το ενεργειακό κόστος και θα καταστήσει την Ευρώπη λιγότερο εκτεθειμένη σε γεωπολιτικές αναταράξεις. Παράλληλα, ζητούν την επιτάχυνση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μόνιμων επενδύσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο τον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών δικτύων και την ενίσχυση των διασυνοριακών διασυνδέσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέρχεται η συζήτηση για την ανάγκη δημιουργίας ενός πιο ολοκληρωμένου και ανθεκτικού ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος, ικανού να απορροφά σοκ χωρίς να προκαλούνται ακραίες αναταράξεις στις αγορές και στις τιμές.
Οι αλλαγές μετά το σοκ του 2022
Η κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής. Η εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια περιορίστηκε δραστικά, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση κινήθηκε προς τη διαφοροποίηση των προμηθευτών φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Από το 2022 και μετά, η δυναμικότητα επαναεριοποίησης LNG στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 32%, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς από αιολική και ηλιακή ενέργεια κατέγραψε άνοδο 58% σε σχέση με το 2021. Το 2024 αποτέλεσε μάλιστα σημείο καμπής, καθώς οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρήγαγαν για πρώτη φορά περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι το φυσικό αέριο.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωμάτωσε νέους μηχανισμούς προστασίας στην αγορά ενέργειας. Η κοινή αγορά φυσικού αερίου, οι υποχρεωτικοί στόχοι αποθήκευσης πριν από τον χειμώνα και οι μηχανισμοί παρέμβασης στις τιμές σχεδιάστηκαν ώστε να περιορίζουν τις ακραίες διακυμάνσεις και να μειώνουν τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της αγοράς σε περιόδους κρίσης.
Η αδύναμη πλευρά της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Παρά τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του ενεργειακού συστήματος, οι πληγές που άφησε η κρίση του 2022 παραμένουν ορατές, ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης. Κλάδοι όπως τα χημικά και τα βασικά μέταλλα συνεχίζουν να βρίσκονται υπό πίεση, καθώς το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να διαμορφώνεται σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από εκείνα των ανταγωνιστικών οικονομιών.
Οι τιμές της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη παραμένουν δύο έως τρεις φορές υψηλότερες σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής. Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναθεωρούν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και να αναζητούν τρόπους προσαρμογής σε ένα περιβάλλον όπου η ενέργεια παραμένει ακριβή και γεωπολιτικά ασταθής.
Για την Ευρώπη, το δίλημμα γίνεται πλέον όλο και πιο ξεκάθαρο: χωρίς ουσιαστική ενεργειακή αυτονομία και χωρίς ταχύτερη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό ενεργειακό μοντέλο, η οικονομική ανάπτυξη θα συνεχίσει να κινείται υπό τη σκιά των διεθνών κρίσεων και της αβεβαιότητας.
Διαβάστε ακόμη
Πλειστηριασμοί: «Κληρώνει» για το ακριβότερο ακίνητο της πλατφόρμας και άλλα επώνυμα σφυριά (pics)
Γιατί καθυστερούν τα αναδρομικά και ποιοι περιμένουν ακόμα στην ουρά
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.