Οι περισσότεροι θυμούνται τον ΔΕΔΔΗΕ μόνο όταν πέφτει το ρεύμα, όταν μια βλάβη αφήνει στο σκοτάδι μια γειτονιά ή όταν μια νέα σύνδεση καθυστερεί περισσότερο από όσο αντέχουν οι καταναλωτές.
Πίσω όμως από αυτές τις συχνά πολύωρες αναμονές, βρίσκεται ένας από τους πιο κρίσιμους οργανισμούς της ενεργειακής αγοράς: ο διαχειριστής ενός δικτύου που εκτείνεται σε 250.000 χιλιόμετρα πανελλαδικά, περιλαμβάνει περίπου 4,5 εκατομμύρια κολόνες και εξυπηρετεί καθημερινά 7,7 εκατομμύρια παροχές ηλεκτρικής ενέργειας. Τα τελευταία έξι χρόνια η θυγατρική της ΔΕΗ, στην οποία συμμετέχει με 49% και ο επενδυτικός όμιλος Macquarie, βρέθηκε στην καρδιά της μεγαλύτερης αναβάθμισης που έχει γνωρίσει το δίκτυο διανομής. Κλήθηκε να υποδεχθεί την έκρηξη των ΑΠΕ υποστηρίζοντας 100.000 παραγωγούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, να ψηφιοποιήσει ένα δίκτυο που επί χρόνια υποεπενδυόταν, να το καταστήσει πιο ανθεκτικό απέναντι στα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει διαχρονικές παθογένειες, όπως οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις και η πληγή των ρευματοκλοπών.
Από τη συντήρηση, στην αναβάθμιση του δικτύου
Η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών αφορά το μέγεθος των επενδύσεων. Την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι ετήσιες επενδύσεις ήταν 150 εκατ. ευρώ από 525 εκατ. το προηγούμενο διάστημα. Από το 2020 και μετά, οι επενδύσεις αυξήθηκαν σημαντικά και μέχρι το τέλος του 2025 ο ΔΕΔΔΗΕ είχε διαθέσει συνολικά περίπου 2,8 δισ. ευρώ για την αναβάθμιση των υποδομών του. Το ποσό αυτό είναι υπερτριπλάσιο εκείνου που είχε επενδυθεί κατά την προηγούμενη πενταετία και αποτυπώνει την προσπάθεια να καλυφθεί μέρος του επενδυτικού κενού που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Για πολλά χρόνια ο ΔΕΔΔΗΕ λειτουργούσε κυρίως ως διαχειριστής ενός γηρασμένου δικτύου, με προτεραιότητα τη συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών. Σήμερα καλείται να σχεδιάσει και να λειτουργήσει ένα δίκτυο νέων προδιαγραφών, με έμφαση στην ψηφιοποίηση, στην ευελιξία και την ανθεκτικότητα. Πρόκειται για μια μετάβαση που επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του ΔΕΔΔΗΕ από συντηρητή των υφιστάμενων υποδομών σε βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης της χώρας.
Αλλαγή ρόλου
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μετάβασης είναι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Μέσα σε λίγα χρόνια ο ΔΕΔΔΗΕ κλήθηκε να ενσωματώσει στο δίκτυό του χιλιάδες νέες μονάδες ΑΠΕ, αναλαμβάνοντας έναν ρόλο πολύ πιο σύνθετο από εκείνον του παραδοσιακού διαχειριστή δικτύου. Περισσότερα από 9 GW εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ βρίσκονται πλέον στο δίκτυο διανομής, αντιπροσωπεύοντας το 60%, με το υπόλοιπο 40% να είναι στον ΑΔΜΗΕ. Πίσω από αυτόν τον αριθμό κρύβεται μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος. Το δίκτυο διανομής έχει πάψει να αποτελεί έναν απλό αγωγό μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από μεγάλες μονάδες παραγωγής προς τους καταναλωτές. Μετατρέπεται σταδιακά σε μια πλατφόρμα διαχείρισης χιλιάδων αποκεντρωμένων μονάδων παραγωγής, από μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα μέχρι μικρές εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής σε κατοικίες και επιχειρήσεις.
Η προσαρμογή του δικτύου διανομής αποτέλεσε μία από τις βασικές προϋποθέσεις που επέτρεψαν τη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ και συνέβαλαν στη μεταβολή του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας. Παράλληλα, η επιτυχία της πράσινης μετάβασης δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τον ίδιο τον Διαχειριστή. Οι επενδυτές ζητούν ταχύτερες συνδέσεις, μεγαλύτερη χωρητικότητα δικτύου και περισσότερη ορατότητα ως προς τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο.
Ψηφιακή μετάβαση
Πολύ γρήγορα στο προσκήνιο ήρθε και η ανθεκτικότητα των υποδομών. Οι μεγάλες πυρκαγιές και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα ανέδειξαν με δραματικό τρόπο τα όρια ενός δικτύου που σε αρκετές περιοχές εξακολουθεί να παραμένει γερασμένο. Οι υπογειοποιήσεις γραμμών συνολικού μήκους 26.000 χιλιομέτρων έχουν επιταχυνθεί σημαντικά. Ωστόσο, είναι αδύνατο λόγω κόστους να καλύψουν το σύνολο του δικτύου της μέσης και χαμηλής τάσης. Γι’ αυτό και οι νέες επενδύσεις βελτιώνουν σταδιακά την ανθεκτικότητα του δικτύου. Ωστόσο, η προσαρμογή στις συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση παραμένει μια διαρκής δοκιμασία.
Εξίσου μεγάλη πρόκληση αποτελεί για τον Διαχειριστή η μετάβαση στη νέα ψηφιακή εποχή. Η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, η ανάπτυξη συστημάτων τηλελέγχου και η αξιοποίηση νέων ψηφιακών εργαλείων δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας. Για πρώτη φορά ο Διαχειριστής αποκτά τη δυνατότητα να γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τι συμβαίνει στο δίκτυό του real time, να εντοπίζει ταχύτερα τις βλάβες και να παρεμβαίνει αποτελεσματικότερα. Η εμπειρία των καταναλωτών εξακολουθεί να διαφοροποιείται ανά περιοχή και περιστατικό. Ο Διαχειριστής υποστηρίζει ότι το σύστημα διαχείρισης βλαβών καλύπτει περίπου 5,7 εκατομμύρια πελάτες, εκ των οποίων 3 εκατομμύρια είναι συνδεδεμένα ψηφιακά στο δίκτυο μέσω τηλελέγχου SCADA.
Οι νέες συνδέσεις
Οι νέες συνδέσεις εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά πεδία κριτικής για τον ΔΕΔΔΗΕ. Παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί, οι χρόνοι εξυπηρέτησης παραμένουν σε αρκετές περιπτώσεις πολύ μεγάλοι. Ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης νέων συνδέσεων έχει μειωθεί από τις 145 ημέρες το 2021 στις 77 ημέρες το 2025. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την πολυπλοκότητα κάθε υπόθεσης.
Ρευματοκλοπές
Αν οι συνδέσεις είναι από τα βασικά σημεία κριτικής προς τον ΔΕΔΔΗΕ, οι ρευματοκλοπές παραμένουν η διαχρονική πληγή που συνεχίζει να επιβαρύνει την αγορά ηλεκτρισμού. Το πρόβλημα διογκώθηκε την προηγούμενη δεκαετία, επιδεινώθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας και κορυφώθηκε μέσα στην ενεργειακή κρίση, με το ποσοστό των μη τεχνικών απωλειών να φτάνει στο 11,4%, έναντι περίπου 6,5% την περίοδο 2012-2013. Παρότι τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφεται αποκλιμάκωση, οι ρευματοκλοπές εξακολουθούν να κοστίζουν περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως. Το κόστος αυτό μετακυλίεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές και αντιστοιχεί σε επιβάρυνση περίπου 50 ευρώ ανά πελάτη κάθε χρόνο.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου αποτελεί πλέον μία από τις βασικές προτεραιότητες του ΔΕΔΔΗΕ και του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Στο τραπέζι βρίσκονται παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν εντατικοποίηση των ελέγχων, συντόμευση των διαδικασιών ενστάσεων και επανελέγχων και περιορισμό των δόσεων αποπληρωμής της κλαπείσας ενέργειας. Κεντρικό εργαλείο στην προσπάθεια αυτή αναμένεται να αποτελέσει η μαζική εγκατάσταση έξυπνων μετρητών. Σήμερα βρίσκονται σε λειτουργία περίπου 1,4 εκατομμύριο έξυπνοι μετρητές (από 85.000 το 2018), ενώ έως το τέλος του έτους ο αριθμός τους αναμένεται να φτάσει στα 2,4 εκατομμύρια. Μέχρι το 2030 προβλέπεται η πλήρης κάλυψη και των 7,7 εκατομμυρίων παροχών ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη τη χώρα.
Διαβάστε ακόμη
Ιδιωτικό χρέος: 5 παρεμβάσεις για την προστασία των πολιτών (πίνακας)
Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία: Η τελευταία μεγάλη ευκαιρία και το ανοιχτό στοίχημα του 25%
Οι αντισυμβατικοί κανόνες μιας 29χρονης εργοδότριας: «Δεν με ενδιαφέρει αν έχετε πτυχίο» (pic)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
