Οι παραγγελίες πετρελαίου θέρμανσης μικραίνουν, οι αγορές με πιστωτικές κάρτες και άτοκες δόσεις κερδίζουν έδαφος και η κατανάλωση καυσίμων κίνησης υποχωρεί. Η πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς γίνεται αισθητή στην αντλία, την ώρα που οι διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις προμηνύουν έναν ακόμη ακριβότερο χειμώνα.
Τα πρώτα γεμίσματα για θέρμανση περιορίζονται φέτος στα 600-700 λίτρα, έναντι 900-1.000 λίτρων πέρυσι. Παρότι οι καταναλωτές επισπεύδουν τις προμήθειες υπό τον φόβο νέων αυξήσεων, αγοράζουν αισθητά μικρότερες ποσότητες. Με τη μέση τιμή στο 1,560 ευρώ το λίτρο, το πετρέλαιο θέρμανσης παραμένει σχεδόν 40% ακριβότερο από την περυσινή έναρξη της περιόδου, παρά τις επιδοτήσεις κυβέρνησης και διυλιστηρίων.
Η στενότητα ρευστότητας αποτυπώνεται και στον τρόπο πληρωμής. Σημαντικό μέρος των αγορών μεταφέρεται στις κάρτες και στις δόσεις, καθώς στέγαση, τρόφιμα και ενέργεια απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματος.
Η υποχώρηση της ζήτησης και το φορολογικό βάρος
Μετά το καλοκαίρι, όταν τουρισμός και διακοπές στήριξαν τις μετακινήσεις, η αγορά καυσίμων εμφάνισε σαφή κάμψη. Τον Σεπτέμβριο η κατανάλωση βενζίνης μειώθηκε κατά 3,8%, στους 195.000 τόνους, ενώ το ντίζελ κίνησης υποχώρησε κατά 3,6%, στους 263.000 τόνους, σε ετήσια βάση.
Η πτωτική πορεία φαίνεται να συνεχίζεται τον Οκτώβριο. Η διατήρηση των υψηλών τιμών ενισχύει τον κίνδυνο περαιτέρω περιορισμού της ζήτησης, με συνέπειες και για τα δημόσια έσοδα. Λιγότερες πωλήσεις σημαίνουν πίεση στις εισπράξεις του ειδικού φόρου κατανάλωσης και περιορισμό των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ από τις ανατιμήσεις, στενεύοντας τα περιθώρια νέων ενισχύσεων.
Η φορολογία επιβαρύνει ιδιαίτερα τη βενζίνη. Στις 19 Οκτωβρίου, η Ελλάδα βρισκόταν στην πέμπτη ακριβότερη θέση στην Ευρώπη, με 2,191 ευρώ ανά λίτρο, παρότι στην τιμή προ φόρων κατατασσόταν 13η: 1,051 ευρώ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 1,097 ευρώ.
Στο πετρέλαιο κίνησης, η αντίστοιχη καταγραφή ήταν 1,563 ευρώ το λίτρο, χαμηλότερα από τον μέσο όρο των 1,739 ευρώ, τοποθετώντας τη χώρα στη 18η θέση στην Ε.Ε. Στην τελευταία εικόνα της εγχώριας αγοράς, μετά τη μικρή αποκλιμάκωση, βενζίνη και ντίζελ διαμορφώνονταν στα 2,176 και 2,125 ευρώ αντίστοιχα, με ανατιμήσεις να αναμένονται τις επόμενες ημέρες.
Διεθνείς ανατιμήσεις και διαφορετικές ταχύτητες στην αγορά
Το Brent έφτασε σε υψηλό πενταμήνου, στα 112,68 δολάρια το βαρέλι, πριν επιστρέψει στα 111 δολάρια. Οι νέες επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία επανέφεραν την ανησυχία για τον εφοδιασμό.
Στο φυσικό αέριο, το TTF ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά τα 90 ευρώ/MWh και έκλεισε στα 89,85 ευρώ, με ετήσια άνοδο άνω του 180%. Η μέση χονδρεμπορική τιμή ρεύματος στις πρώτες 23 ημέρες του Οκτωβρίου έφτασε στα 179,41 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 60,95% από τα 111,47 ευρώ πέρυσι.
Στις υπόλοιπες κατηγορίες καυσίμων, η εικόνα του Σεπτεμβρίου ήταν ανομοιογενής. Τα ναυτιλιακά καύσιμα υποχώρησαν κατά 20%, στους 114.000 τόνους, ενώ το μαζούτ αυξήθηκε κατά 7,8%. Πλοία με συστήματα καθαρισμού καυσαερίων μπορούν να χρησιμοποιούν το σημαντικά φθηνότερο μαζούτ, βάσει του ευρωπαϊκού πλαισίου.
Αντίθετα, η ισχυρή ταξιδιωτική ζήτηση στήριξε τα αεροπορικά καύσιμα, με αύξηση 1,7%, στους 234.000 τόνους. Το υγραέριο μειώθηκε κατά 1,1%, στους 48.000 τόνους, και η άσφαλτος κατά 3%, στους 21.000 τόνους.
