search icon

Newmoney Energy

NYT: Ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να αναδιαμορφώσει τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη

Oι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν «την προφανή οδό προς την ενεργειακή ασφάλεια», ωστόσο, η αναταραχή μπορεί να οδηγήσει και σε αντίθετες εξελίξεις, όπως την αύξηση της χρήσης του φθηνού, αλλά ρυπογόνου άνθρακα - Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Πώς οι ΑΠΕ κράτησαν τις τιμές του ρεύματος (γραφήματα)

123rf

Η ενεργειακή κρίση που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή απειλεί να μεταβάλει βαθιά τις παγκόσμιες ισορροπίες στον τομέα της ενέργειας. Η διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτοξεύει τις τιμές διεθνώς, γεγονός που για πολλούς ειδικούς αποτελεί ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ταχύτερης μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή.

Η σύγκρουση στο Ιράν, αναφέρει εκτενές άρθρο των New York Times, περιορίζει τις ενεργειακές ροές και προκαλεί σοβαρές πιέσεις στις αγορές. Ορισμένες χώρες στην Ευρώπη και την Ασία ενδέχεται να επιταχύνουν την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, φωτοβολταϊκών και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας προκειμένου να προστατευθούν από τις αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, όπως συνέβη και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα μπορούσαν επίσης να γίνουν οικονομικότερη επιλογή για οδηγούς από τη Βραζιλία έως τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Η νέα αυτή αναταραχή αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αφήνει οικονομίες, επιχειρήσεις και κοινωνίες εκτεθειμένες σε κάθε νέα γεωπολιτική σύγκρουση», δήλωσε ο επικεφαλής για το κλίμα των Ηνωμένων Εθνών Σάιμον Στιλ. Όπως τόνισε, οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν «την προφανή οδό προς την ενεργειακή ασφάλεια».

Ωστόσο, η αναταραχή μπορεί να οδηγήσει και σε αντίθετες εξελίξεις. Καθώς τα κράτη αναζητούν επειγόντως ενεργειακούς πόρους, ορισμένα ενδέχεται να αυξήσουν τη χρήση άνθρακα — ενός φθηνού αλλά ιδιαίτερα ρυπογόνου καυσίμου — ή να στραφούν περισσότερο στο αμερικανικό φυσικό αέριο. Επιπλέον, εάν ο πόλεμος οδηγήσει σε αύξηση των επιτοκίων, το κόστος επενδύσεων σε νέα έργα ανανεώσιμης ενέργειας θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά.

Η κυβέρνηση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά της, ενθαρρύνει τις χώρες να χρησιμοποιούν περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, προβάλλοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως έναν σταθερό προμηθευτή ορυκτών καυσίμων σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Όπως σημειώνει ο Ντέιβιντ Βίκτορ, καθηγητής δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, η κρίση αναδεικνύει πόσο καθοριστική είναι η ενεργειακή ασφάλεια. «Ο πόλεμος υπενθύμισε σε όλους τη σημασία της ενεργειακής ασφάλειας — αλλά οι απαντήσεις που προκύπτουν από αυτή την υπενθύμιση είναι εντελώς διαφορετικές», ανέφερε.

Τα τελευταία χρόνια, πολλοί παγκόσμιοι ηγέτες είχαν θέσει ως βασική προτεραιότητα την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Ωστόσο, η άνοδος των γεωπολιτικών κινδύνων και των εμπορικών εντάσεων ωθεί πλέον αρκετές χώρες να αναζητούν εγχώριες ενεργειακές λύσεις κάθε είδους — είτε πρόκειται για ηλιακή και πυρηνική ενέργεια είτε ακόμη και για άνθρακα ή φυσικό αέριο.

Μάχη για ενεργειακούς πόρους

Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη αποκαλύψει την ευαλωτότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και μεγάλο μέρος του φυσικού αερίου μεταφέρεται συνήθως μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας στενής θαλάσσιας οδού νότια του Ιράν.

Από την έναρξη του πολέμου, το Ιράν επιτίθεται σε δεξαμενόπλοια στην περιοχή και η ναυσιπλοΐα έχει επιβραδυνθεί δραματικά, διακόπτοντας κρίσιμες ενεργειακές προμήθειες. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν έως και κατά ένα τρίτο πριν υποχωρήσουν ελαφρώς για να εκτοξευθούν και πάλι, αυτή τη φορά πάνω από τα 106 δολάρια/βαρέλι το brent και πάνω από τα 100 δολ. το αμερικανικό WTI.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη εμφανείς. Το Κατάρ, που προμηθεύει περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου, ανέστειλε την παραγωγή του, προκαλώντας άνοδο τιμών και διακοπές λειτουργίας εργοστασίων σε χώρες που εξαρτώνται από το καύσιμο, όπως η Ινδία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν. Στο Βιετνάμ εμφανίστηκαν πινακίδες «εξαντλήθηκαν τα καύσιμα» σε πρατήρια βενζίνης, ενώ στο Πακιστάν οι αρχές προτείνουν τετραήμερη εργασία για εξοικονόμηση ενέργειας. Η Ουγγαρία και η Κροατία επέβαλαν ανώτατα όρια τιμών στα καύσιμα.

Βραχυπρόθεσμα, πολλές χώρες προσπαθούν να εξασφαλίσουν ενεργειακές προμήθειες από όπου μπορούν. Αυτό σημαίνει συχνά μεγαλύτερη ζήτηση για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και άνθρακα, τα οποία εξακολουθούν να καλύπτουν περίπου το 80% των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών.

Στην Ταϊλάνδη, για παράδειγμα, οι αρχές διέταξαν τις εγχώριες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα να λειτουργούν στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους, ενώ η εθνική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου κλήθηκε να αυξήσει την εγχώρια παραγωγή. Στην Ταϊβάν εξετάζεται ακόμη και η επαναλειτουργία ενός παροπλισμένου σταθμού ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα.

Στην Ευρώπη, όπου οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 75% από την έναρξη της σύγκρουσης, οι χώρες αγοράζουν περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανταγωνιζόμενες φτωχότερες χώρες όπως το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές.

Επανεξέταση της ενεργειακής εξάρτησης

Ανάλογα με τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου, αρκετές χώρες ενδέχεται τα επόμενα χρόνια να επιδιώξουν τη μείωση της εξάρτησής τους από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ωφελήσει τους εξαγωγείς φυσικού αερίου των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν εναλλακτικές προμήθειες αντί του αερίου που μεταφέρεται μέσω των Στενών του Ορμούζ. Χάρη στις εξελίξεις στην τεχνολογία υδραυλικής ρωγμάτωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εξελιχθεί την τελευταία δεκαετία στον μεγαλύτερο προμηθευτή υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο και αναμένεται να διπλασιάσουν την εξαγωγική τους δυναμικότητα έως το 2031.

Παράλληλα, ορισμένες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και άλλων περιοχών ενδέχεται να στραφούν σε εγχώριες πηγές άνθρακα, παρότι πρόκειται για το πιο ρυπογόνο από τα ορυκτά καύσιμα. Τα τελευταία χρόνια χώρες όπως η Ινδία, η Ινδονησία, το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν έχουν επενδύσει σε νέες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με άνθρακα, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση του καυσίμου έχει φθάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Μια λιγότερο ρυπογόνα επιλογή θα ήταν η επιτάχυνση επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως η αιολική και η ηλιακή, οι οποίες δεν απαιτούν καύσιμο και μπορούν να προστατεύσουν τις οικονομίες από τις έντονες διακυμάνσεις των αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η Ευρώπη αύξησε σημαντικά τις επενδύσεις στην ηλιακή ενέργεια, με τις εγκαταστάσεις να αυξάνονται από περίπου 40 γιγαβάτ ετησίως σε σχεδόν 65 γιγαβάτ. Πέρυσι, οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ξεπέρασαν τα 780 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, περισσότερο από τις επενδύσεις σε πετρελαϊκές υποδομές.

Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί επίσης μια εναλλακτική λύση. Στην Ιαπωνία, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο φυσικό αέριο, η κυβέρνηση επανεκκινεί σταδιακά πυρηνικούς σταθμούς που είχαν κλείσει μετά το ατύχημα στη Φουκουσίμα το 2011.

Παράλληλα, η εμπειρία της Κίνας δείχνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε παράλληλες επενδύσεις τόσο σε καθαρές όσο και σε ρυπογόνες μορφές ενέργειας. Η χώρα έχει αναπτύξει ισχυρή βιομηχανία ηλεκτρικών αυτοκινήτων, έχει εγκαταστήσει περισσότερη αιολική και ηλιακή ισχύ από οποιαδήποτε άλλη χώρα και κατασκευάζει δεκάδες πυρηνικούς σταθμούς. Ταυτόχρονα όμως έχει δημιουργήσει εκατοντάδες νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα και παραμένει ο μεγαλύτερος παγκόσμιος εκπομπός αερίων του θερμοκηπίου.

Το κόστος της βενζίνης και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η εικόνα είναι κάπως διαφορετική. Οι αγορές φυσικού αερίου είναι περισσότερο περιφερειακές και η μεγάλη εγχώρια παραγωγή έχει προστατεύσει τη χώρα από έντονες αυξήσεις τιμών. Το φυσικό αέριο αποτελεί τη βασική πηγή ηλεκτροπαραγωγής στις ΗΠΑ και το χαμηλό κόστος του σημαίνει ότι πηγές όπως η αιολική, η ηλιακή ή η πυρηνική ενέργεια δεν αναμένεται να ενισχυθούν σημαντικά εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.

Αντίθετα, οι τιμές του πετρελαίου —που διαμορφώνονται σε παγκόσμιο επίπεδο— αυξάνονται, καθιστώντας τη βενζίνη ακριβότερη για τους Αμερικανούς οδηγούς. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ηλεκτρικών οχημάτων.

Η μέση τιμή της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάρτιο του 2026 διαμορφώνεται περίπου στα 3,65–3,70 δολάρια ανά γαλόνι. Αν φθάσει τα 4 δολάρια, το συνολικό κόστος κατοχής ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου όπως το Tesla Model Y θα γίνει περίπου αντίστοιχο με εκείνο ενός συμβατικού οχήματος όπως το Toyota RAV4, λόγω του χαμηλότερου κόστους καυσίμου.

Ωστόσο υπάρχουν ακόμη σημαντικές αβεβαιότητες. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, οι καταναλωτές θα πρέπει να πιστέψουν ότι οι υψηλές τιμές καυσίμων θα παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να αλλάξουν τις επιλογές τους.

Η εξέλιξη της κρίσης ενδέχεται να επηρεάσει βαθύτερα τη στρατηγική των κυβερνήσεων για την ενέργεια. Όσο περισσότερο διαρκεί η κρίση και όσο υψηλότερα ανεβαίνουν οι τιμές, τόσο πιθανότερο είναι να προκληθούν μεγάλες αλλαγές στις ενεργειακές πολιτικές των χωρών.

Διαβάστε ακόμη

Γρήγορες μεταβιβάσεις ακινήτων και με λιγότερη ταλαιπωρία

Ο προπονητής που «ψαρεύει» ποδήλατα και ηλεκτρικά πατίνια κάτω από το νερό

Πώς θα κινηθούν οι κεντρικές τράπεζες εν μέσω των πληθωριστικών πιέσεων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version