search icon

Newmoney Energy

Πόλεμοι σε Ιράν και Ουκρανία: Πώς «στραγγίζουν» τις δεξαμενές στα πλοία και γιατί μειώνονται τα καύσιμα

Οι πόλεμοι σε Ιράν και Ουκρανία περιορίζουν δραστικά την προσφορά μαζούτ, αυξάνοντας το κόστος ανεφοδιασμού των πλοίων. Η πίεση στα διυλιστήρια και στα αποθέματα δημιουργεί νέα απειλή για τη ναυτιλία και το παγκόσμιο εμπόριο.

Η παγκόσμια ναυτιλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα κόστους, την ώρα που οι γεωπολιτικές συγκρούσεις έχουν ήδη ανατρέψει παραδοσιακές θαλάσσιες διαδρομές και έχουν αυξήσει σημαντικά τους κινδύνους για τις μεταφορές. Αυτή τη φορά, η πίεση έρχεται από την ίδια την τροφοδοσία των πλοίων: τα διαθέσιμα αποθέματα μαζούτ περιορίζονται, ενώ οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων κινούνται έντονα ανοδικά.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το παγκόσμιο εμπόριο, σύμφωνα με το Al Jazeera. Τα μεγάλα εμπορικά πλοία μεταφέρουν καθημερινά πρώτες ύλες, ενέργεια, τρόφιμα και καταναλωτικά προϊόντα μεταξύ των ηπείρων. Επομένως, μια παρατεταμένη αύξηση στο κόστος των καυσίμων των πλοίων μπορεί να περάσει στους ναύλους και, μέσω αυτών, στις επιχειρήσεις και τελικά στις τιμές των προϊόντων.

Πίσω από τη νέα αναστάτωση βρίσκεται ένας συνδυασμός παραγόντων: ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, οι επιπτώσεις του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι διαταραχές στις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες και η στρατηγική των διυλιστηρίων να κατευθύνουν περισσότερο αργό πετρέλαιο στην παραγωγή προϊόντων με υψηλότερα περιθώρια κέρδους.

Το μαζούτ γίνεται το νέο αδύναμο σημείο

Το βαρύ μαζούτ (HFO) εξακολουθεί να αποτελεί βασικό καύσιμο για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορικού στόλου. Παράλληλα χρησιμοποιούνται το marine gas oil (MGO), κυρίως από μικρότερα πλοία, το marine diesel oil (MDO), αλλά και το VLSFO, το μαζούτ πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο που έχει αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο μετά την αυστηροποίηση των περιβαλλοντικών κανονισμών.

Το πρόβλημα πλέον δεν περιορίζεται στις τιμές. Η ίδια η διαθεσιμότητα του καυσίμου αρχίζει να προκαλεί ανησυχία.

Οι εξαγωγές μαζούτ από τη Μέση Ανατολή υποχώρησαν κατά 45% σε ετήσια βάση την περίοδο Μαρτίου-Αυγούστου, διαμορφούμενες κατά μέσο όρο στα 447.000 βαρέλια ημερησίως. Πρόκειται για σημαντική απώλεια προσφοράς από μια περιοχή που αποτελεί κομβικό τροφοδότη των ενεργειακών και ναυτιλιακών αγορών.

Παράλληλα, για το τρίτο τρίμηνο εκτιμάται ότι η αγορά μαζούτ μπορεί να εμφανίσει έλλειμμα περίπου 218.000 βαρελιών ημερησίως. Η μεταβολή είναι εντυπωσιακή, καθώς το αντίστοιχο έλλειμμα στο τρίτο τρίμηνο του 2025 ήταν μόλις 6.000 βαρέλια ημερησίως.

Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα αλλάζουν τις ισορροπίες

Η γεωγραφία της κρίσης εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ένταση του προβλήματος. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη. Πριν από την έναρξη του πολέμου, από την περιοχή περνούσε περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και τα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο έχουν περιορίσει την ομαλή λειτουργία μιας αγοράς που βασίζεται στην προβλεψιμότητα των ροών.

Ταυτόχρονα, η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Οι επιθέσεις των Χούθι εναντίον εμπορικών πλοίων και η ανασφάλεια γύρω από τα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχουν αναγκάσει ναυτιλιακές εταιρείες να αναπροσαρμόσουν δρομολόγια, δημιουργώντας μεγαλύτερες αποστάσεις, αυξημένη κατανάλωση καυσίμων και υψηλότερα λειτουργικά έξοδα.

Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη διπλή πίεση: τα πλοία χρειάζονται περισσότερα καύσιμα για μεγαλύτερα ταξίδια, την ώρα που η προσφορά αυτών των καυσίμων περιορίζεται.

Από τον Απρίλιο καταγράφεται μείωση περίπου 400.000 βαρελιών ημερησίως στις πωλήσεις καυσίμων πλοίων, σε σύγκριση με τα επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς, όταν οι ποσότητες βρίσκονταν στα 6,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Σε μηνιαία βάση, η διαφορά αντιστοιχεί περίπου σε δύο εκατομμύρια τόνους λιγότερου μαζούτ.

Το μέγεθος είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η χαμένη αυτή προσφορά είναι περίπου αντίστοιχη με το σύνολο των πωλήσεων ναυτιλιακών καυσίμων στην Κίνα.

Η Ρωσία προσθέτει νέα πίεση στην αγορά

Η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί τη μοναδική εστία προβλήματος. Η Ρωσία, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο, αντιμετωπίζει σοβαρές διαταραχές στη λειτουργία των διυλιστηρίων της λόγω των ουκρανικών επιθέσεων με drones.

Τα πλήγματα έχουν περιορίσει την παραγωγική δυνατότητα αρκετών εγκαταστάσεων και αυτό αποτυπώνεται στις εξαγωγές. Τον Αύγουστο οι ρωσικές εξαγωγές μαζούτ υποχώρησαν στα 591.000 βαρέλια ημερησίως, καταγράφοντας ιστορικό χαμηλό, έναντι μέσου όρου άνω των 860.000 βαρελιών ημερησίως το 2025.

Η ταυτόχρονη πίεση σε Ρωσία και Μέση Ανατολή στερεί από την αγορά σημαντικές ποσότητες πετρελαϊκών προϊόντων. Παράλληλα, η μειωμένη διαθεσιμότητα αργού υποχρεώνει τα διυλιστήρια να επιλέγουν ακόμη πιο προσεκτικά ποια προϊόντα θα παράγουν.

Και σε αυτή την επιλογή το μαζούτ βρίσκεται σε μειονεκτική θέση.

Βενζίνη, ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα κερδίζουν τη μάχη

Τα σύγχρονα διυλιστήρια έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν σε σημαντικό βαθμό το μείγμα των τελικών προϊόντων τους. Όταν τα περιθώρια κέρδους είναι υψηλότερα στη βενζίνη, στο ντίζελ ή στα αεροπορικά καύσιμα, οι εταιρείες έχουν ισχυρό οικονομικό κίνητρο να διοχετεύουν μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προς αυτές τις κατηγορίες.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μεγάλο διυλιστήριο Dangote στη Νιγηρία, δυναμικότητας 650.000 βαρελιών ημερησίως. Η παραγωγή του έχει στραφεί περισσότερο στις εξαγωγές ντίζελ, βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων, ενώ αντίθετα οι ποσότητες μαζούτ που κατευθύνονται στο εξωτερικό έχουν περιοριστεί.

Η τάση ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανισορροπία στην αγορά των ναυτιλιακών καυσίμων.

Σιγκαπούρη: Η τιμή του VLSFO εκτοξεύθηκε κατά 76%

Η μεγαλύτερη πίεση γίνεται ήδη αισθητή στην Ασία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου.

Η Σιγκαπούρη, ο μεγαλύτερος κόμβος ανεφοδιασμού πλοίων στον κόσμο, καταναλώνει σχεδόν ένα εκατομμύριο βαρέλια μαζούτ ημερησίως, με περισσότερο από το μισό να καλύπτεται από εισαγωγές.

Η περιορισμένη προσφορά έχει προκαλέσει εντυπωσιακή άνοδο των τιμών. Το VLSFO στη Σιγκαπούρη έχει ακριβύνει κατά 76% από την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν, φθάνοντας λίγο κάτω από τα 825 δολάρια ανά μετρικό τόνο, δηλαδή περίπου 130 δολάρια το βαρέλι.

Ταυτόχρονα, η στενότητα δεν περιορίζεται στην Ασία. Τα αποθέματα μαζούτ στους μεγάλους κόμβους Άμστερνταμ-Ρότερνταμ-Αμβέρσα (ARA) και στη Φουτζέιρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων βρίσκονται περίπου 30% χαμηλότερα από τους εποχικούς μέσους όρους της τελευταίας τριετίας.

Νέα απειλή για ναύλους και παγκόσμιο εμπόριο

Για τις ναυτιλιακές εταιρείες, η εξέλιξη μεταφράζεται σε μία ακόμη πηγή κόστους σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι έχουν ήδη αυξήσει τα ασφάλιστρα, έχουν επιμηκύνει τα ταξίδια και έχουν δυσκολέψει τον προγραμματισμό των στόλων.

Μια παρατεταμένη έλλειψη bunker fuel μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερους ναύλους, ιδιαίτερα εάν οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα και τα αποθέματα στους μεγάλους ανεφοδιαστικούς κόμβους συνεχίσουν να μειώνονται.

Το ζήτημα, επομένως, ξεπερνά τα όρια της ναυτιλίας, σύμφωνα πάντα με το Al Jazeera. Το κόστος μεταφοράς αποτελεί βασικό κρίκο στην τελική τιμή σχεδόν κάθε εμπορεύματος που διακινείται διεθνώς. Από πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα μέχρι τρόφιμα και καταναλωτικά αγαθά, μια νέα αύξηση των ναύλων μπορεί να μεταφερθεί σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Οι δύο μεγάλοι πόλεμοι δημιουργούν έτσι έναν ακόμη απρόβλεπτο μηχανισμό μετάδοσης της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία. Ιράν και Ουκρανία δεν επηρεάζουν πλέον μόνο τις τιμές του πετρελαίου. Επηρεάζουν και το ίδιο το καύσιμο που χρειάζεται η παγκόσμια ναυτιλία για να κρατήσει σε κίνηση το διεθνές εμπόριο.

Διαβάστε ακόμη 

Το χωριό που ζει από τον πηλό

Αγορά ακινήτου κάτω από την αντικειμενική: Πόσα πρέπει να δικαιολογήσετε στην εφορία

Γιατί οι πελάτες κρύβουν στις τσέπες τους αντικείμενα από τα εστιατόρια

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version