Ο πόλεμος στο Ιράν φαίνεται να προκαλεί μια απροσδόκητη ανατροπή στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, ενισχύοντας ακριβώς την εξέλιξη που ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επιδιώκει να περιορίσει: τη σταδιακή απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα και την επιτάχυνση της μετάβασης σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι σοβαρές διαταραχές στις μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν αποκαλύψει τις βαθιές αδυναμίες του διεθνούς ενεργειακού συστήματος, αναγκάζοντας κυβερνήσεις να επανεξετάσουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενα καύσιμα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας στον κόσμο. Οι περιορισμοί στη διέλευση δεξαμενόπλοιων έχουν οδηγήσει πολλές χώρες στην αναζήτηση νέων προμηθευτών, αλλά και στην ενίσχυση των επενδύσεων στην ηλιακή και αιολική ενέργεια.
Σύμφωνα με ανάλυση της Carbon Brief, οι αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση κατά 0,5% των παγκόσμιων εκπομπών από ορυκτά καύσιμα το 2026.
Παράλληλα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) που παρατίθεται στην ανάλυση, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου θα μπορούσε να φτάσει στο ανώτατο επίπεδό της ήδη από φέτος, αντί για το 2029, όπως προβλεπόταν προηγουμένως.
Η κρίση του Ορμούζ αλλάζει τις ενεργειακές προτεραιότητες
Η επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο και η επακόλουθη σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν την έκταση της εξάρτησης της παγκόσμιας οικονομίας από τη συγκεκριμένη περιοχή.
Υπό κανονικές συνθήκες, από το στρατηγικό αυτό πέρασμα διακινείται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου φυσικού αερίου.
Οι περιορισμοί στις μεταφορές ανάγκασαν πολλές κυβερνήσεις να αναζητήσουν άμεσα εναλλακτικές λύσεις, τόσο για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών τους όσο και για τη μείωση της έκθεσής τους σε μελλοντικές γεωπολιτικές κρίσεις.
Η αντίδραση δεν περιορίστηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε αρκετές χώρες καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι αποκλειστικά θετική για το περιβάλλον. Η ανάγκη άμεσης αντικατάστασης των ενεργειακών ποσοτήτων που χάθηκαν από την αγορά οδήγησε ορισμένες χώρες σε προσωρινή αύξηση της χρήσης άνθρακα, ενός από τα πλέον ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα.
Η ενεργειακή κρίση δημιουργεί έτσι δύο παράλληλες τάσεις: βραχυπρόθεσμη επιστροφή σε συμβατικές πηγές ενέργειας όπου υπάρχουν ελλείψεις και ταυτόχρονη επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρότερες τεχνολογίες.
Το παράδοξο Τραμπ και η παρέμβαση Νιούσομ
Τις απρόβλεπτες συνέπειες της σύγκρουσης σχολίασε ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, ο οποίος χαρακτήρισε τον Ντόναλντ Τραμπ ως το «μεγαλύτερο δώρο» για το περιβαλλοντικό κίνημα.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας για το Κλίμα στη Νέα Υόρκη, ο Νιούσομ υποστήριξε ότι ο πόλεμος έχει καταστήσει σαφέστερη την ενεργειακή ευαλωτότητα πολλών χωρών.
Όπως ανέφερε, η σύγκρουση αφύπνισε τη διεθνή κοινότητα σχετικά με την εξάρτησή της από πετρελαιοπαραγωγά καθεστώτα και τις επιπτώσεις που μπορούν να έχουν οι αναταραχές στη Μέση Ανατολή.
«Αυτός ο πόλεμος έχει καταστρέψει κάθε εξιδανικευμένη αντίληψη για την ενεργειακή ασφάλεια και έχει αναγκάσει τον κόσμο να σκεφτεί διαφορετικά», σημείωσε.
Κατά τον ίδιο, οι εξελίξεις επιταχύνουν τις επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια και στις ανανεώσιμες πηγές, παρά τις διαφορετικές προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η εκτίμηση αυτή, πάντως, δεν σημαίνει ότι η πολιτική του Τραμπ έχει συνολικά θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Οι περικοπές στη χρηματοδότηση έργων ΑΠΕ, η χαλάρωση των κανόνων για την ατμοσφαιρική ρύπανση και η υποστήριξη της ανάπτυξης ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Επομένως, ο χαρακτηρισμός του Αμερικανού Προέδρου ως «ακούσιου περιβαλλοντολόγου» αφορά κυρίως τις διεθνείς αντιδράσεις που πυροδότησε ο πόλεμος και όχι την εγχώρια ενεργειακή πολιτική του.
Η ενεργειακή ασφάλεια γίνεται κινητήριος δύναμη των ΑΠΕ
Η αναστάτωση στην αγορά πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει αναδείξει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας: τη δυνατότητα των χωρών να παράγουν μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν χωρίς να εξαρτώνται από διεθνείς θαλάσσιες οδούς και εισαγόμενα καύσιμα.
Εάν οι ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου που επηρεάστηκαν από την κρίση του Ορμούζ μπορούσαν να αντικατασταθούν εύκολα από άλλους προμηθευτές, οι κυβερνήσεις πιθανότατα θα είχαν μικρότερο κίνητρο να επιταχύνουν την ενεργειακή διαφοροποίηση.
Ωστόσο, η δυσκολία αναπλήρωσης των χαμένων ποσοτήτων έχει ενισχύσει την αντίληψη ότι η ανάπτυξη εγχώριων ενεργειακών πόρων αποτελεί πλέον ζήτημα οικονομικής και εθνικής ασφάλειας.
Η εμπειρία της περιόδου μετά την πανδημία της Covid-19 έχει ήδη δείξει ότι η παραγωγική δυναμικότητα των ανανεώσιμων πηγών μπορεί να αυξηθεί γρήγορα, εφόσον υπάρχουν επαρκείς επενδύσεις και σταθερή πολιτική υποστήριξη.
Η τάση αυτή είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πριν από τον πόλεμο.
Την τελευταία δεκαετία, οι επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια αυξήθηκαν θεαματικά, φτάνοντας περίπου στο διπλάσιο των αντίστοιχων επενδύσεων στα ορυκτά καύσιμα.
Παράλληλα, σχεδόν το σύνολο της νέας δυναμικότητας ηλεκτροπαραγωγής που προστίθεται διεθνώς προέρχεται από καθαρές ενεργειακές πηγές, ενώ περίπου ένα στα τέσσερα αυτοκίνητα που πωλήθηκαν παγκοσμίως το 2025 ήταν ηλεκτρικό.
Η επέκταση της ηλεκτροκίνησης, των φωτοβολταϊκών, των αιολικών πάρκων και των μπαταριών δημιουργεί πλέον περισσότερες δυνατότητες περιορισμού της εξάρτησης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Από τα λιπάσματα μέχρι τα πλαστικά: Η εξάρτηση που αποκαλύφθηκε
Οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης δεν περιορίζονται στην ηλεκτροπαραγωγή και στις μεταφορές.
Ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξε επίσης πόσο βαθιά έχουν ενσωματωθεί τα ορυκτά καύσιμα στις παγκόσμιες παραγωγικές αλυσίδες.
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για λιπάσματα, πετροχημικά προϊόντα, πλαστικά και πλήθος βιομηχανικών αγαθών, γεγονός που καθιστά τη διεθνή οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διαταραχές του εφοδιασμού.
Η Ντελφίν Λεβί Αλβαρές, υπεύθυνη της παγκόσμιας εκστρατείας για τα πετροχημικά στο Κέντρο Διεθνούς Περιβαλλοντικού Δικαίου, υπογράμμισε μιλώντας στο oilprice.com ότι η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα πρέπει να αφορά όχι μόνο την παραγωγή ενέργειας αλλά και τη χρήση τους ως πρώτων υλών.
«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να βασιζόμαστε στα ορυκτά καύσιμα ούτε για την ενέργεια ούτε για τα υλικά», ανέφερε.
Όπως επισήμανε, η εξάρτηση αυτή εκτείνεται σχεδόν σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια ευρύτερη αλλαγή στον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης.
Πάνω από 30 κυβερνήσεις αλλάζουν ενεργειακή πολιτική
Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, περισσότερες από 30 κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει στην υιοθέτηση πολιτικών που αποσκοπούν στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα ή στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, ως απάντηση στη συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Οι παρεμβάσεις αυτές αποτυπώνουν την αυξανόμενη σημασία που αποδίδεται στην ενεργειακή διαφοροποίηση, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζουν από μόνες τους μια μόνιμη μεταβολή στην παγκόσμια κατανάλωση καυσίμων.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιτάχυνση της καθαρής ενέργειας πρέπει να αποκτήσει διάρκεια, προκειμένου να συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική μετά την παραδοχή των Ηνωμένων Εθνών ότι ο κόσμος δεν βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης των κλιματικών στόχων που καθορίστηκαν με τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015.
Η Πολίν Χάινριχς, λέκτορας πολεμικών σπουδών στο King’s College του Λονδίνου, περιέγραψε στο Associated Press την αντίφαση που χαρακτηρίζει τη σημερινή ενεργειακή πολιτική.
Όπως σημείωσε, οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν τη σημασία της καθαρής ενέργειας, αλλά την ίδια στιγμή συνεχίζουν να στηρίζουν την επέκταση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων.
«Βλέπουμε έναν παλιό και έναν νέο κόσμο να αλληλεπιδρούν, ενώ βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά του, ο Ρομπ Τζάκσον, κλιματολόγος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, τόνισε ότι η σημερινή κινητοποίηση δεν αρκεί εάν δεν αποκτήσει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.
Όπως επισήμανε, απαιτείται συνεχής δράση επί χρόνια και δεκαετίες, προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική επίδραση στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η επόμενη ημέρα απαιτεί μόνιμες αλλαγές
Ερευνητές της βάσης δεδομένων εκπομπών Climate TRACE υπογραμμίζουν ότι η σημερινή ενεργειακή κρίση μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας βαθύτερης αλλαγής, μόνο εφόσον συνοδευτεί από σταθερές πολιτικές και οικονομικά κίνητρα.
Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η επιτάχυνση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια, η ενίσχυση της ηλεκτροκίνησης και η εφαρμογή μέτρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη αναδείξει την ευπάθεια των διεθνών ενεργειακών αλυσίδων και την ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από συγκεκριμένες περιοχές και διαδρομές εφοδιασμού.
Ωστόσο, η προσωρινή μετατόπιση προς εναλλακτικές ενεργειακές λύσεις δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με μόνιμη αλλαγή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι κυβερνήσεις θα αξιοποιήσουν τη σημερινή κρίση για να δημιουργήσουν ένα πιο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα ή εάν, μόλις αποκατασταθούν οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα επιστρέψουν στις προηγούμενες επιλογές τους.
Σε κάθε περίπτωση, η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση συνδέονται πλέον στενότερα, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια προσθέτει νέα οικονομικά και στρατηγικά κίνητρα στην ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας.
