Το πολύμηνο σίριαλ γύρω από τη στήριξη της ελληνικής ενεργοβόρας βιομηχανίας εξακολουθεί να εξελίσσεται χωρίς ορατή κατάληξη, την ώρα που οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για επικείμενες ανακοινώσεις δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παρά τις συνεχείς επαφές με τη βιομηχανία και τις διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι απουσιάζει ένα ρεαλιστικό πακέτο μέτρων που να μπορεί να μειώσει ουσιαστικά και μόνιμα το ενεργειακό κόστος παραγωγής.

Στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας οι συζητήσεις επικεντρώνονται εδώ και μήνες σχεδόν αποκλειστικά στην αντιστάθμιση του κόστους ρύπων, ένα εργαλείο που εφαρμόζεται ήδη και αφορά μόνο συγκεκριμένες κατηγορίες βιομηχανιών. Για το 2023, το συνολικό κονδύλι που διατέθηκε στις ελληνικές επιχειρήσεις ανήλθε σε περίπου 287 εκατ. ευρώ, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά χαμηλό σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες ανταγωνιστικότητας.

Ενδεικτικά, η Ιταλία, με πολλαπλάσιο αριθμό ενεργοβόρων μονάδων, διέθεσε την ίδια χρονιά μόλις 165 εκατ. ευρώ για αντιστάθμιση, ενώ θα μπορούσε να χορηγήσει και 1 δις. Ωστόσο της επετράπη από την Κομισιόν να στηρίξει τη βιομηχανία της με επιπλέον 800 εκατ. ευρώ μέσω ειδικού μηχανισμού. Το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» είχε τεθεί εξαρχής ως πιθανή λύση και για την Ελλάδα, στη βάση πρότασης του ΣΕΒ ωστόσο πλέον θεωρείται ότι δεν έχει σοβαρές πιθανότητες εφαρμογής. Οι βιομήχανοι ξιφουλκούν εναντίον της κυβερνητικής γραμμής υποστηρίζοντας ότι η πρότασης τους είχε τη λογική του μακροχρόνιου δανεισμού και θα έπρεπε να περάσει.

«Δεν αυτενεργούμε»

Όπως προκύπτει από τις τελευταίες τοποθετήσεις της πολιτικής ηγεσίας, αλλά και από το κλίμα στις επαφές με την Κομισιόν, η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να υιοθετήσει έναν μηχανισμό με αυξημένο ρίσκο έγκρισης από τις ευρωπαϊκές αρχές. Το στίγμα αυτό έδωσε χθες και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, δηλώνοντας ότι «θα ενεργήσουμε σε πλήρη συμμόρφωση με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν αυτενεργούμε. Δεν αυτονομούμαστε», αφήνοντας ουσιαστικά να εννοηθεί ότι αποκλείονται λύσεις τύπου Ιταλίας που κινούνται στα όρια του θεσμικού πλαισίου.

Περαιτέρω πίεση στο ελληνικό σύστημα αντιστάθμισης προκαλεί και η επικείμενη αλλαγή στον συντελεστή ανθρακικού αποτυπώματος. Σήμερα ο συντελεστής για την Ελλάδα βρίσκεται στο 0,73, όμως με τους νέους ευρωπαϊκούς κανόνες προβλέπεται να υποχωρήσει στο 0,58 λόγω της απολιγνιτοποίησης. Αν η αλλαγή εφαρμοζόταν άμεσα, η ετήσια αντιστάθμιση θα μειωνόταν κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ.

Με τη μεταβατική εφαρμογή του μέτρου έως το 2030, ο μέσος συντελεστής διαμορφώνεται στο 0,64, κάτι που μεταφράζεται σε απώλειες της τάξης των 17 εκατ. ευρώ ετησίως για τις ελληνικές βιομηχανίες, ακόμη και στο πιο ήπιο σενάριο.

Την ίδια στιγμή, κυβερνητικές πηγές δεν αποκλείουν την προσθήκη και νέων μέτρων στο πακέτο στήριξης, χωρίς ωστόσο να «φωτογραφίζουν» ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά ή ποιον ακριβώς μηχανισμό θα ακολουθούν, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση αβεβαιότητας ως προς το τελικό περιεχόμενο των παρεμβάσεων.

Οι άλλες χώρες

Σημαντικό κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί και η σύγκριση της ελληνικής περίπτωσης με άλλες χώρες της ΕΕ, όπως η Γερμανία και η Βουλγαρία, η οποία αποτυπώνει τις αντιφάσεις του ισχύοντος πλαισίου κρατικών ενισχύσεων. Ελλάδα και Γερμανία βρίσκονται αντιμέτωπες με παρόμοιους περιορισμούς στο νέο ευρωπαϊκό καθεστώς ενισχύσεων CISAF, που υιοθετήθηκε από το καλοκαίρι καθώς η αντιστάθμιση του κόστους ρύπων λογίζεται ως κρατική ενίσχυση και συμψηφίζεται με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στήριξης, που φτάνει στο 50%.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερα ποσά διοχετεύονται μέσω αντιστάθμισης, τόσο μικρότερος είναι ο διαθέσιμος χώρος για πρόσθετα μέτρα ενίσχυσης της βιομηχανίας. Έτσι, χώρες με αυξημένη βιομηχανική βάση, όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, βλέπουν τις δυνατότητες περαιτέρω παρεμβάσεων να περιορίζονται θεσμικά.

Στον αντίποδα, η Βουλγαρία δεν εφαρμόζει κανένα καθεστώς αντιστάθμισης ρύπων, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται από τον μηχανισμό συμψηφισμού του CISAF και να διατηρεί μεγαλύτερα περιθώρια για άλλες μορφές κρατικής στήριξης.

Το παράδοξο που προκύπτει είναι ότι τα κράτη που επέλεξαν να στηρίξουν τη βιομηχανική τους δραστηριότητα μέσω της αντιστάθμισης εμφανίζονται σήμερα πιο περιορισμένα από το θεσμικό πλαίσιο σε σχέση με χώρες που δεν υιοθέτησαν αντίστοιχα εργαλεία. Ένα στοιχείο που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής και μακροπρόθεσμης πολιτικής για το ενεργειακό κόστος της ελληνικής βιομηχανίας.

Διαβάστε ακόμη

Η Ferrari των €256.000, ο ΦΠΑ των €60.000 και μια επιχείρηση… μικρού χώρου

«Πωλήσεις χωρίς ΦΠΑ» για εξωστρεφείς επιχειρήσεις με τζίρο έως 100.000 ευρώ

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα