Ενέργεια & Περιβάλλον

Στροφή στις ΑΠΕ, αλλά χωρίς «βαριά» εγχώρια βιομηχανία ενεργειακών προϊόντων

  • Μαριάννα Τζάννε



Παρά τις επενδύσεις 14 δισ. στις ΑΠΕ, η Ελλάδα είναι εξαρτημένη από τις ακριβές και εισαγόμενες πρώτες ύλες στα αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα - Σε βάθος 10ετίας θα μπορούσαν να απορροφηθούν από εγχώριες επιχειρήσεις περίπου 4 δισ. ευρώ

Mόνο το 25% των εγκαταστάσεων αιολικής και ηλιακής ενέργειας στην Ελλάδα διαθέτουν εξαρτήματα και πρώτες ύλες που παρήγαγε η ελληνική βιομηχανία, αφού το υπόλοιπο 75% στηρίζεται στις εισαγωγές υλικών.

Την ώρα που η χώρα μας διαθέτει επιχειρήσεις που επάξια συναγωνίζονται διεθνή μεγαθήρια και αποτελούν το καλό παράδειγμα όπως η Sunlight του ομίλου Γερμανού και η Σωληνουργία Κορίνθου του ομίλου Βιοχάλκο, το ζήτημα της ανάπτυξης εγχώριας βιομηχανίας προϊόντων αποτελεί την αθέατη όψη της πολυσυζητημένης ενεργειακής μετάβασης.

Ο προβληματισμός ενισχύεται και από το γεγονός ότι έως το 2030 οι προγραμματισμένες επενδύσεις της χώρας για το πρασίνισμα του ενεργειακού μείγματος που χρηματοδοτείται και από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας υπολογίζονται περίπου στα 14 δισ. ευρώ.

Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η θετική επενδυτική συγκυρία θα αποτελούσε κίνητρο και μια χρυσή ευκαιρία για να τονωθούν η ελληνική βιομηχανία παραγωγής ενεργειακών προϊόντων και η εξειδικευμένη απασχόληση.

Αντίθετα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), με εξαίρεση τις προβλεπόμενες επενδύσεις σε δίκτυα, τους έξυπνους μετρητές και τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις που συνδέονται με εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας παραγωγής προϊόντων και συστημάτων ΑΠΕ, αλλά ούτε έχει προβλεφθεί κάποιο στρατηγικό σχέδιο αντίστοιχων ιδιωτικών επενδύσεων.

Η ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας ενεργειακών προϊόντων είναι κάτι που θεωρείται επιβεβλημένο όχι μόνο λόγω του επενδυτικού κύματος των επόμενων ετών, των θέσεων απασχόλησης και των νέων τεχνικών δεξιοτήτων που θα δημιουργούσε, αλλά και λόγω της ραγδαίας αύξησης του κόστους των εισαγόμενων πρώτων υλών.

Φέτος περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά παρατηρούνται μεγάλες ανατιμήσεις στα ναύλα μεταφορών κοντέινερ, καθώς και άνοδος των τιμών πρώτων υλών (π.χ. πυριτίου), με αποτέλεσμα οι τιμές των φωτοβολταϊκών πάνελ να είναι πολύ υψηλές. Ενδεικτικά, οι τιμές του πυριτίου τον Ιούλιο του 2021 αυξήθηκαν κατά 300% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2020, ενώ τα ναύλα μεταφοράς κοντέινερ αυξήθηκαν κατά 350% από τον Απρίλιο του 2020.

Το έλλειμμα σχεδιασμού

Η έκθεση διαπιστώνει «ανακολουθία μεταξύ των υψηλών στόχων για τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο και της προοπτικής των παραγωγικών δραστηριοτήτων, αφού, εκτός από την εγχώρια παραγωγή ηλιακών θερμικών συστημάτων, όλα τα άλλα εξαρτήματα εισάγονται και μάλιστα με υψηλό κόστος». Σήμερα η εγχώρια παραγωγή περιορίζεται στις μεταλλικές κατασκευές, στα υποστυλώματα και τις καλωδιώσεις σε ό,τι αφορά τα φωτοβολταϊκά συστήματα και αντίστοιχα στις θεμελιώσεις στα αιολικά πάρκα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εγχώρια προστιθέμενη αξία σε ό,τι αφορά το εργατικό κόστος και τις υποδομές να μην ξεπερνά το 10%-15% του συνολικού κόστους του έργου.

Σύμφωνα με ανάλυση του ΙΕΝΕ, τo 2020 οι ΑΠΕ κάλυπταν το 20% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας και το 28% της ηλεκτροπαραγωγής. Μέσα στα επόμενα χρόνια τα μερίδια αυτά θα αυξηθούν σημαντικά, αφού, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), μέχρι το 2030 οι ΑΠΕ θα πρέπει να καλύπτουν το 35% της κατανάλωσης ενέργειας και άνω του 60% της ηλεκτροπαραγωγής. Ο στόχος για μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου στο 55% μέχρι το 2030 αυξάνει και τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό σύστημα που θα πρέπει να αναθεωρηθεί προς τα πάνω, φτάνοντας στα 15 GW μέχρι το 2030, καθιστώντας τις ΑΠΕ κεντρικό πυλώνα του ενεργειακού συστήματος.

Το Ινστιτούτο επισημαίνει ότι, αν το κυβερνητικό σχέδιο αποκτούσε μια εθνική στρατηγική ενίσχυσης της βιομηχανίας, σε βάθος δεκαετίας θα μπορούσαν να απορροφηθούν από τοπικές επιχειρήσεις περίπου 4 δισ. που αντιστοιχούν σε επενδύσεις 400 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Οι συγγραφείς της έκθεσης φωτίζουν και μια άλλη πλευρά του φιλόδοξου σχεδίου για τη μετάβαση στην οικονομία του μηδενικού άνθρακα. Οπως επισημαίνουν, δίχως εγχώρια παραγωγή η αναπτυξιακή προοπτική των ΑΠΕ στην ελληνική οικονομία χάνει τη δυναμική της και κινδυνεύει να μετατραπεί σε ουτοπία, ειδικά στον τομέα της αύξησης των θέσεων εργασίας έως 200.000 τα επόμενα χρόνια.

Το επιχείρημα αυτό διανθίζεται από την άποψη της τελευταίας έκθεσης της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (ΙΕΑ), σύμφωνα με την οποία η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια δεν θα γίνει τα επόμενα χρόνια αν οι χώρες δεν οργανώσουν και δεν συντονίσουν ερευνητικές ομάδες σε στενή συνεργασία με τη βιομηχανία προκειμένου να παραχθούν νέες τεχνολογίες καθαρών μορφών ενέργειας. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η έκθεση για το 2020, επισημαίνεται ότι ο τομέας της παραγωγής εξαρτημάτων υπερτερεί στη δημιουργία θέσεων εργασίας σε σχέση με τις άμεσες θέσεις που δημιουργούνται κατά τη φάση λειτουργίας και συντήρησης του έργου.

Ενδεικτικά αναφέρεται η τεχνολογία των αιολικών στα οποία οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται κατά την παραγωγή εξαρτημάτων είναι 46,5 φορές περισσότερες από τις αντίστοιχες στη φάση λειτουργίας και συντήρησης και στα φωτοβολταϊκά συστήματα 5,9 θέσεις ανά MW έναντι 0,3. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επενδύσεις σε έργα ΑΠΕ παράγουν ενέργεια, αλλά δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας, ενώ επιδοτούν τα εισαγόμενα ενεργειακά εξαρτήματα.

Η εικόνα της εγχώριας βιομηχανίας

Η έκθεση του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, παρουσιάζει κάποια πολύ ενδιαφέροντα παραδείγματα εγχώριας παραγωγής προϊόντων ΑΠΕ. Η ελληνική βιομηχανία παραγωγής ηλιοθερμικών συστημάτων είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, καθώς είναι από τις πλέον ανταγωνιστικές αγορές στην Ευρώπη με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα πάνω από το 60% της παραγωγής της σε όλο τον κόσμο.

Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στην Ε.Ε. μετά τη Γερμανία, αφού κατέχει το 15,3% της ευρωπαϊκής ηλιακής θερμικής αγοράς ως προς τη νέα εγκατεστημένη ισχύ το 2019. Στον τομέα των μετρητικών συστημάτων η Metron Energy Applications εξελίσσεται ραγδαία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, συμμετέχοντας σε έργα σε περισσότερες από 45 χώρες παγκοσμίως.

Επίσης, η ελληνική θυγατρική της Landis+Gyr, που εδρεύει στην Κόρινθο, παράγει προηγμένης τεχνολογίας βιομηχανικούς και οικιακούς μετρητές ενέργειας, οι οποίοι διατίθενται σε σχεδόν 80 χώρες και στην γκάμα των προϊόντων της περιλαμβάνει έξυπνους μετρητές και συναφή προϊόντα διαχείρισης ενέργειας. Ενα άλλο ισχυρό παράδειγμα παραγωγικής επένδυσης είναι ο τομέας των ελληνικών καλωδίων, με πρωτοπόρα εταιρεία τα Ελληνικά Καλώδια του ομίλου Cenergy.

Η εταιρεία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής καλωδίων στην Ευρώπη. Εμφανίζει ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό σε 50 χώρες και δίνει έμφαση στην ανάπτυξη προϊόντων όπως υποβρύχια καλώδια και καλώδια υψηλής και υπερυψηλής τάσης για υπεράκτια αιολικά πάρκα, καλώδια ισχύος για χερσαία αιολικά πάρκα και έργα ηλιακής ενέργειας.

Δυναμικό «παρών» στην αγορά δίνουν και τα Σωληνουργία Κορίνθου, από τους σημαντικότερους παραγωγούς χαλυβδοσωλήνων διεθνώς για τη μεταφορά υγρών και αερίων καυσίμων (πετρέλαιο και φυσικό αέριο) και σημαντικός προμηθευτής του κλάδου κατασκευών.

Επίσης, η εταιρεία Sunlight είναι μία από τις πιο πρωτοπόρες εταιρείες στην παγκόσμια παραγωγή βιομηχανικών μπαταριών και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, με εξαγωγές σε 100 χώρες και υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις και εργοστάσια σε Ελλάδα, Ιταλία και ΗΠΑ, που εστιάζει τις επενδύσεις της στην Ερευνα και Ανάπτυξη (R&D).

Διαβάστε ακόμα: 

Ανάκαμψη τύπου V της ελληνικής οικονομίας – Φόβοι για «φρένο» από την ακρίβεια

Η Λουξ μπαίνει στην αγορά εμφιαλωμένου νερού μέσω της Δίρφυς 

Ποιοι αφήνουν Μονακό και Χονγκ Κονγκ και επιλέγουν Ελλάδα για μόνιμη φορολογική κατοικία – Πίνακες από το ΥΠΟΙΚ