Μια νέα ανατροπή συντελείται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τα σταθερά τιμολόγια να επιστρέφουν δυναμικά στη μάχη της λιανικής και τη ΔΕΗ να επιχειρεί από τον Σεπτέμβριο να αλλάξει εκ νέου τις ισορροπίες.
Η διάθεση σταθερού συμβολαίου στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα με πάγιο μόλις 3,5 ευρώ τον μήνα, η χαμηλότερη χρέωση που καταγράφεται στον συγκριτικό πίνακα της ΡΑΑΕΥ για τα μπλε προϊόντα, ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η χονδρεμπορική αγορά κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση και επανέφερε στο προσκήνιο την ασφάλεια της κλειδωμένης τιμής. Η κίνηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του μεγέθους της ΔΕΗ στη λιανική και στην αγορά εκτιμάται ότι έχει πυροδοτήσει ένα νέο κύμα μετακινήσεων προς τα σταθερά συμβόλαια. Επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των νέων συμβάσεων δεν υπάρχουν ακόμη, ούτε τα διαθέσιμα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ έχουν προλάβει να καταγράψουν τις αλλαγές μετά τον Ιούλιο. Η πραγματική έκταση της μετακίνησης θα φανεί επομένως τους επόμενους μήνες τόσο στο συνολικό μερίδιο των μπλε όσο και στα μερίδια των προμηθευτών.
Η νέα μάχη, όμως, έχει και μια λιγότερο προφανή πλευρά. Δεν αρκεί πλέον ο καταναλωτής να συγκρίνει την τιμή της κιλοβατώρας. Στην αγορά συνυπάρχουν σταθερά συμβόλαια με πολύ διαφορετικά πάγια, εκπτώσεις συνέπειας που δίνονται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και βασικές τιμές που μπορεί να απέχουν εντυπωσιακά από τη χρέωση που προβάλλεται μετά την έκπτωση.
Ο συγκριτικός πίνακας της ΡΑΑΕΥ δείχνει πάγια που φτάνουν στα 15,90 ευρώ τον μήνα, ενώ σε ορισμένα προϊόντα η απώλεια της έκπτωσης συνέπειας μπορεί σχεδόν να διπλασιάσει την τιμή της κιλοβατώρας. Ετσι, πίσω από τη νέα κούρσα των μπλε τιμολογίων αναδεικνύεται ένα διαφορετικό ερώτημα: όχι μόνο ποιος προσφέρει τη φθηνότερη κιλοβατώρα, αλλά πόσο πραγματικά κοστίζει αυτή η κιλοβατώρα όταν προστεθεί το πάγιο και εφαρμοστούν ή χαθούν οι εκπτώσεις.
Η «δεύτερη τιμή» του παγίου
Το πάγιο είναι ίσως η χρέωση που περνά ευκολότερα απαρατήρητη όταν συγκρίνονται δύο προσφορές. Στην πράξη όμως μπορεί να μεταβάλει σημαντικά το κόστος, ιδίως για ένα νοικοκυριό με μικρή κατανάλωση. Χαρακτηριστικό είναι σταθερό πρόγραμμα με χρέωση 0,158 ευρώ/kWh και πάγιο 15,9 ευρώ. Στις 200 kWh τον μήνα, το πάγιο προσθέτει από μόνο του 7,95 λεπτά σε κάθε κιλοβατώρα, ανεβάζοντας το κόστος ενέργειας και παγίου από τα 15,9 στα περίπου 23,8 λεπτά/kWh. Η επίδραση μειώνεται όσο ανεβαίνει η κατανάλωση. Στις 400 kWh το ίδιο πάγιο αντιστοιχεί σε περίπου 4 λεπτά ανά κιλοβατώρα και οδηγεί σε κόστος 19,9 λεπτών/kWh, ενώ στις 600 kWh η επιβάρυνση περιορίζεται στα 2,65 λεπτά και η αντίστοιχη χρέωση στα 18,5 λεπτά/kWh. Το πάγιο λειτουργεί επομένως ως μια ιδιότυπη αντίστροφη κλιμάκωση: βαραίνει περισσότερο τον μικρό καταναλωτή και μικραίνει όσο αυξάνονται οι κιλοβατώρες.
Ακόμη πιο παραστατική είναι η εικόνα ενός πραγματικού λογαριασμού που εξετάσαμε με κατανάλωση 253 kWh. Η ονομαστική τιμή είναι 15,9 λεπτά/kWh και η χρέωση κατανάλωσης 40,23 ευρώ. Με έκπτωση συνέπειας 10,12 ευρώ, το καθαρό κόστος ενέργειας υποχωρεί στα 30,11 ευρώ, δηλαδή η τιμή πέφτει ουσιαστικά στα 11,9 λεπτά/kWh.
Οταν όμως προστεθούν πάγια συνολικού ύψους 9,56 ευρώ, η ανταγωνιστική χρέωση φτάνει στα 39,67 ευρώ ή περίπου 15,7 λεπτά/kWh.
Στην πράξη, δηλαδή, το πάγιο απορροφά σχεδόν ολόκληρο το όφελος της έκπτωσης. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η εικόνα που δημιουργεί η ονομαστική τιμή από το πραγματικό κόστος του προγράμματος.
Η συνέπεια που αξίζει 48 ευρώ τον μήνα
Ακόμη μεγαλύτερες αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν οι όροι των εκπτώσεων. Στο Volton Blue Flat 18M v2, που περιλαμβάνεται στον συγκριτικό πίνακα της ΡΑΑΕΥ, η τελική χρέωση με έκπτωση συνέπειας 46,53% διαμορφώνεται στα 0,13902 ευρώ/kWh, ενώ χωρίς αυτήν η βασική τιμή αντιστοιχεί σε περίπου 0,26 ευρώ/kWh.
Η διαφορά αποκτά πραγματική διάσταση σε ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 400 kWh τον μήνα. Με την έκπτωση, η χρέωση ενέργειας είναι περίπου 55,61 ευρώ. Χωρίς αυτήν εκτοξεύεται στα 104 ευρώ. Πρόκειται για πρόσθετη επιβάρυνση περίπου 48,4 ευρώ τον μήνα χωρίς να έχει αλλάξει καθόλου η κατανάλωση.
Με το πάγιο των 9,90 ευρώ το κόστος ενέργειας και παγίου φτάνει περίπου στα 65,5 ευρώ με συνέπεια και στα 113,9 ευρώ χωρίς αυτήν, πριν από ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Ενας στους τρεις είχε ήδη περάσει στα μπλε
Η νέα επίθεση στα σταθερά έρχεται σε μια αγορά στην οποία τα μπλε είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα απολογιστικά στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, τον Ιούλιο 1.865.831 οικιακοί μετρητές, δηλαδή το 31,44%, βρίσκονταν σε σταθερά τιμολόγια. Τα πράσινα διατηρούσαν την πρώτη θέση με περισσότερους από 3,1 εκατομμύρια μετρητές και μερίδιο 52,54%, ενώ στα κίτρινα κυμαινόμενα βρίσκονταν 951.178 μετρητές, ποσοστό 16,03%. Η φωτογραφία αυτή, όμως, κρύβει μια σημαντική αλλαγή που είχε προηγηθεί. Η δυναμική των σταθερών ανακόπηκε την άνοιξη, όταν η ενεργειακή κρίση που πυροδότησαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου πέρασαν στις προσφορές των προμηθευτών. Την ίδια περίοδο έληγαν πολλά από τα φθηνά μπλε συμβόλαια και οι καταναλωτές βρέθηκαν μπροστά σε πολύ ακριβότερες προτάσεις ανανέωσης. Και καθώς αντίστοιχα φθηνά σταθερά προϊόντα δεν υπήρχαν πλέον, μέρος της ζήτησης στράφηκε στα κυμαινόμενα – και κυρίως στα κίτρινα.
Η αλλαγή της τάσης είναι ορατή και στη μη οικιακή αγορά. Τα σταθερά, αφού έφτασαν στο 25,72% τον Μάιο, υποχώρησαν στο 24,97% τον Ιούλιο, ενώ τα κυμαινόμενα αυξήθηκαν την ίδια περίοδο από 17,76% σε 18,87%.
Αυτή ακριβώς την τάση ήρθε να ανατρέψει από τον Σεπτέμβριο με το σταθερό τιμολόγιο myHome Online η ΔΕΗ. Χωρίς να υπάρχουν ακόμη επίσημα στοιχεία από την Επιχείρηση για τον αριθμό των νέων συμβολαίων, στην αγορά εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη τιμολόγηση έχει επαναφέρει τη ροή καταναλωτών προς τα σταθερά.
Μέχρι στιγμής, πάντως, ο ανταγωνισμός δεν έχει απαντήσει με την ίδια επιθετικότητα. Αντί για μια γενικευμένη κάθοδο των τιμών στα σταθερά προϊόντα, οι προμηθευτές φαίνεται να επιλέγουν περισσότερο αμυντικές και στοχευμένες κινήσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, υφιστάμενοι πελάτες που εκδηλώνουν πρόθεση αποχώρησης προκειμένου να μετακινηθούν προς το φθηνότερο σταθερό πρόγραμμα της ΔΕΗ δέχονται αντιπροσφορές για να παραμείνουν με χαμηλότερη τιμή κιλοβατώρας ή και μειωμένο πάγιο. Πρόκειται ουσιαστικά για πολιτικές συγκράτησης πελατών, οι οποίες εφαρμόζονται επιλεκτικά και δεν έχουν μέχρι στιγμής μετατραπεί σε αντίστοιχης έντασης τιμολογιακή αντεπίθεση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η πρώτη αντίδραση των προμηθευτών είναι να προστατεύσουν την υφιστάμενη πελατειακή τους βάση χωρίς να ανοίξουν έναν γενικευμένο πόλεμο τιμών που θα συμπιέσει τα περιθώρια στο σύνολο του χαρτοφυλακίου τους.
