© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Έναν νέο κύκλο συγκέντρωσης και αλλαγής πρωταγωνιστών διανύει η ελληνική αγορά Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, καθώς ο ενθουσιασμός που προσέλκυσε μεγάλους διεθνείς ομίλους υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες εξασφάλισης ικανοποιητικών αποδόσεων.
Οι περικοπές πράσινης παραγωγής, οι μηδενικές τιμές τις ώρες μεγάλης προσφοράς και η δυσκολία εξασφάλισης συμβάσεων πώλησης ρεύματος με συμφέρουσες τιμές ωθούν τους επενδυτές να περιορίσουν την έκθεσή τους στην αγορά. Άλλοι αναζητούν συνεταίρους για να μοιραστούν το κόστος και τον κίνδυνο, ενώ άλλοι εγκαταλείπουν την ανάπτυξη νέων έργων και πωλούν τα χαρτοφυλάκιά τους.
Την ίδια ώρα, όμως, άλλες εταιρείες εκμεταλλεύονται τη μεταβλητότητα της αγοράς και ενισχύουν τις θέσεις τους, αξιοποιώντας τις χαμηλότερες αποτιμήσεις. Η συμφωνία εξαγοράς του φωτοβολταϊκού πάρκου «Ενιπέας» της Lightsource bp από τη Masdar, μέσω της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, που ανακοινώθηκε επισήμως την περασμένη εβδομάδα, αποτυπώνει αυτή την αλλαγή στους όρους του παιχνιδιού. Το μεγαλύτερο ελληνικό πάρκο της βρετανικής εταιρείας στον Θεσσαλικό κάμπο, ισχύος 560 MWp, περνά σε έναν όμιλο με ισχυρή χρηματοδοτική δυνατότητα, ο οποίος επιδιώκει να διευρύνει την παρουσία του στην περιοχή.
Τα ερωτήματα
Η συναλλαγή με τη Masdar αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026, μετά τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αρμόδιων αρχών, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για τη συνέχεια της παρουσίας της Lightsource bp στην Ελλάδα.
Τα ερωτήματα ενισχύονται από την περιορισμένη πληροφόρηση για το χαρτοφυλάκιο που απομένει μετά τις πωλήσεις, αλλά και από τις αλλαγές στη διοικητική της ομάδα. Η πρώην επικεφαλής Ελλάδας Ναταλία Παρασκευοπούλου έχει μετακινηθεί σε περιφερειακό ρόλο ανάπτυξης αιολικών για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, ενώ τα οικονομικά στοιχεία της ελληνικής εταιρείας για το 2025 αποτυπώνουν υποχώρηση της δραστηριότητας: ο τζίρος μειώθηκε κατά 16,2%, στα 2,87 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν σε 56.600 ευρώ από 382.400.
Οι εξελίξεις αυτές τροφοδοτούν την εκτίμηση της αγοράς ότι ο βρετανικός όμιλος, ο οποίος σημειωτέον προ μηνών βρέθηκε στο επίκεντρο μετοχικών αλλαγών και ο ίδιος, οδεύει προς αποχώρηση από την Ελλάδα, χωρίς, ωστόσο, μέχρι στιγμής η ίδια η εταιρεία να έχει επιβεβαιώσει μια τέτοια απόφαση.
Ο ελληνικός χάρτης
Η συζήτηση για την επόμενη μέρα της Lightsource bp αναδεικνύει μια ευρύτερη αλλαγή στους όρους συμμετοχής στην ελληνική αγορά ΑΠΕ. Ένα χαρτοφυλάκιο αδειών δεν αποτελεί πλέον επαρκές εισιτήριο: χρειάζονται κεφάλαια για την ανάπτυξή του, πρόσβαση στο δίκτυο που δεν είναι ούτε εύκολη ούτε δεδομένη και κυρίως αγοραστές για την παραγόμενη ενέργεια. Το πλεονέκτημα μεταφέρεται έτσι στους ισχυρότερους επενδυτές και στους καθετοποιημένους ομίλους, που συνδυάζουν παραγωγή και προμήθεια και μπορούν να διαχειριστούν αποτελεσματικότερα τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής.
Στην εγχώρια επιχειρηματική σκηνή, τρεις όμιλοι ξεχωρίζουν με τα σχέδια επέκτασής τους και αποτελούν πόλους συγκέντρωσης μεγάλων έργων: η ΔΕΗ, η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και η Aktor. Η ΔΕΗ υλοποιεί ένα γιγαντιαίο επενδυτικό πρόγραμμα με επίκεντρο τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, σχεδιάζοντας να προσθέτει στο χαρτοφυλάκιό της 1,5 έως 2 GW νέας ισχύος από ΑΠΕ ετησίως μέχρι το 2030. Η αναζήτηση μεγαλύτερης κλίμακας συνδυάζεται με τη γεωγραφική διασπορά και τη διεύρυνση της πελατειακής της βάσης.
Με ανάλογη εξωστρέφεια κινείται και η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, που μετά την εξαγορά της από τη Masdar αποτελεί το όχημα επέκτασης του ομίλου στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Ο σχεδιασμός προβλέπει επενδύσεις 5,5 δισ. ευρώ και στόχο λειτουργικής ισχύος 6 GW μέχρι το 2030. Δίπλα της, η Aktor θα επιδιώξει επενδύσεις άνω του 1 δισ. ευρώ έως το 2028-2029, για χαρτοφυλάκιο ΑΠΕ και αποθήκευσης που θα προσεγγίζει τα 1,3 GW. Έχοντας προχωρήσει σε εξαγορές φωτοβολταϊκών και αιολικών έργων και θέτοντας στο επίκεντρο και την αποθήκευση, διεκδικεί ενεργό ρόλο στη συγκέντρωση της αγοράς.
Η κινητικότητα αυτή συνυπάρχει με την αναθεώρηση σχεδίων από ξένους επενδυτές. Όπως εξηγεί υψηλόβαθμο στέλεχος του κλάδου, η Ελλάδα έχει πάψει να προσφέρει τις δυνατότητες ανάπτυξης που διέκριναν ορισμένοι διεθνείς παίκτες όταν τοποθετήθηκαν στη χώρα. Η περιορισμένη δυναμική της ζήτησης και η υπερπροσφορά ενέργειας σε συγκεκριμένες ώρες στενεύουν τα περιθώρια. Για ομίλους που χρειάζονται συνεχή ανάπτυξη πολλών νέων γιγαβάτ, αυτή η αλλαγή επηρεάζει την κατανομή των κεφαλαίων τους, υποστηρίζει στέλεχος της αγοράς.
Οι ελληνικές δυσκολίες συναντούν μια διεθνή αναθεώρηση προτεραιοτήτων, υπό την πίεση του κόστους χρηματοδότησης και των απαιτήσεων για καλύτερες αποδόσεις. Στο εσωτερικό προστίθενται η γραφειοκρατία και οι θεσμικές ανατροπές, τις οποίες έχουν αναδείξει και θεσμικοί φορείς του κλάδου, όπως η Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας (ΕΛΕΤΑΕΝ), περιγράφοντας την απόσταση ανάμεσα στην εικόνα μιας χώρας απεριόριστων ευκαιριών και στις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης έργων.
Οι αποχωρήσεις
Σε αυτό το περιβάλλον, η γερμανική ABO Energy αποχώρησε από την ανάπτυξη νέων έργων στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 2025 μεταβίβασε στη HELLENiQ ENERGY την ελληνική θυγατρική της εγκαταλείποντας παράλληλα και τα σχέδια για την ανάπτυξη ενός χαρτοφυλακίου έργων περίπου 1,5 GW.
Η εταιρεία απέδωσε την απόφασή της στην ανάγκη να περιορίσει την πολυπλοκότητα της λειτουργίας της και να κατευθύνει πόρους σε άλλες αγορές, διατηρώντας πάντως στην Ελλάδα την τεχνική και εμπορική διαχείριση υφιστάμενων φωτοβολταϊκών πάρκων.
Τον δρόμο της ρευστοποίησης των ενεργειακών της assets ακολούθησε νωρίτερα και η πορτογαλική EDPR. Τον Ιανουάριο του 2026 ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση τεσσάρων λειτουργούντων αιολικών πάρκων, ισχύος 150,2 MW, στην Principia, με επιχειρηματική αξία περίπου 200 εκατ. ευρώ. Τον Ιούλιο ακολούθησε συμφωνία πώλησης πρόσθετου αιολικού χαρτοφυλακίου 58 MW στη Faria Renewables, απομακρυνόμενη από τα αρχικά σχέδια ισχυρής επέκτασης. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελούν τα υπό ανάπτυξη αιολικά της Εύβοιας, συνολικής ισχύος 352 MW όπου η EDPR συνεργάζεται από καιρό με τη Motor Oil μέσω της Anemos RES. Η σύμπραξη είχε ξεκινήσει με την Ελλάκτωρ, την οποία διαδέχθηκε η Motor Oil μετά την εξαγορά του κλάδου ΑΠΕ.
Ερωτήματα, πάντως, ανακύπτουν και στην πλευρά των αγοραστών, όπως δείχνει η περίπτωση της Principia. Η εταιρεία των Enel και Macquarie αύξησε με την εξαγορά των αιολικών της EDPR την εγκατεστημένη ισχύ της στα 727,2 MW, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει την αναπτυξιακή ορμή που αναμενόταν. Η είσοδος της Macquarie με 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της ελληνικής δραστηριότητας της Enel, τον Δεκέμβριο του 2023, είχε καλλιεργήσει υψηλές προσδοκίες, οι οποίες εξακολουθούν να δοκιμάζονται από τις απαιτήσεις της αναδιοργάνωσης με αμφίβολο μέλλον. Τα ερωτήματα πληθαίνουν, καθώς επτά μήνες μετά την αποχώρηση του Αριστοτέλη Χαντάβα για την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της διαδοχής του. Η εκκρεμότητα τροφοδοτεί συζητήσεις για τον προσανατολισμό της εταιρείας, μαζί με ανεπιβεβαίωτα σενάρια περί διαφορετικών προτεραιοτήτων των δύο μετόχων.
Τη λογική του συνεταίρου ακολούθησε από την πλευρά της και η γαλλική TotalEnergies. Τον Δεκέμβριο του 2025 διέθεσε στο ισπανικό fund Asterion Industrial Partners το 50% ελληνικού χαρτοφυλακίου αιολικών και φωτοβολταϊκών δυναμικότητας 424 MW, με συνολική αποτίμηση 508 εκατ. ευρώ. Διατηρεί, προσώρας τουλάχιστον, το υπόλοιπο ποσοστό και τη λειτουργία των μονάδων.
Η πρακτική αυτή εντάσσεται, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, στη στρατηγική επιμερισμού κινδύνου και γεωγραφικής διασποράς. Εκχωρώντας συμμετοχές, οι όμιλοι απελευθερώνουν κεφάλαια για άλλες επενδύσεις. Το κρίσιμο είναι τα έργα να υλοποιούνται και να παραμένουν βιώσιμα, λένε παράγοντες του κλάδου. Σε αυτό το πεδίο τα αιολικά διατηρούν συγκριτικό πλεονέκτημα χάρη στο προφίλ παραγωγής και στις ασφαλείς αποδόσεις τους.
Ηχηρές αποχωρήσεις που συνδέονται με την αδράνεια στην προώθηση του ελληνικού προγράμματος είχαμε και στα υπεράκτια αιολικά, με ισχυρούς διεθνείς παίκτες που είχαν τοποθετηθεί προσβλέποντας στο άνοιγμα μιας νέας αγοράς να βρίσκουν την έξοδο. Όμιλοι όπως οι Ocean Winds, Parkwind, Hexicon και Copenhagen Offshore Partners είχαν αναπτύξει παρουσία και συνεργασίες με μεγάλους ελληνικούς ενεργειακούς και κατασκευαστικούς ομίλους, επενδύοντας στις προοπτικές της χώρας. Η παρατεταμένη απουσία εξελίξεων οδήγησε στην απομάκρυνσή τους, χωρίς να αποκλείεται η επιστροφή τους εφόσον υπάρξουν συγκεκριμένα βήματα και αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης των έργων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.