Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το πρώτο κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου επενδυτικού παζλ για την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης βάζει στη θέση του η Masdar με την εξαγορά του «Ενιπέα» από τη Lightsource bp.

Το μεγάλο φωτοβολταϊκό έργο στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα αποτελεί την πρώτη στρατηγική επένδυση της Masdar μέσω της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και ταυτόχρονα την αφετηρία ενός πολύ μεγαλύτερου επενδυτικού σχεδίου. Ο όμιλος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανοίγει έναν κύκλο επενδύσεων ύψους 5,5 δισ. ευρώ, με στόχο να έχει σε λειτουργία έως το 2030 ένα χαρτοφυλάκιο 6 GW στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Τη συμφωνία ανακοίνωσε επισήμως η Masdar μέσω της ιστοσελίδας της, με αφορμή την επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα του Διαδόχου του Θρόνου του Άμπου Ντάμπι, Σεΐχη Khaled bin Mohamed bin Zayed Al Nahyan. Ο όμιλος των Εμιράτων έδωσε μάλιστα στη συναλλαγή ευρύτερη διάσταση από την απόκτηση ενός ακόμη μεγάλου έργου ΑΠΕ, συνδέοντάς την με την ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας–Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και τη διεύρυνσή της στους τομείς της ενέργειας, της τεχνητής νοημοσύνης και των προηγμένων τεχνολογιών.

Η συμφωνία δίνει ταυτόχρονα πιο καθαρή εικόνα για τον ρόλο που επιφυλάσσει η Masdar στην ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή. Στην επίσημη ανακοίνωσή της χαρακτηρίζει την ελληνική εταιρεία ως την κύρια πλατφόρμα για την επέκτασή της στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, μεταφέροντας πλέον το βάρος από την εξαγορά στην ανάπτυξη νέων επενδύσεων.

Ιδιαίτερος είναι σε αυτό το νέο τοπίο ο ρόλος του διευθύνοντος συμβούλου, Αριστοτέλη Χαντάβα, ο οποίος έχει αναλάβει να οδηγήσει την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στη μετά Masdar εποχή. Η επιλογή του από τον όμιλο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων συνδέεται με μια αποστολή που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα. Ο «Ενιπέας» αποτελεί την πρώτη μεγάλη συναλλαγή υπό τη νέα διοίκηση στην εγχώρια αγορά και ταυτόχρονα την πρώτη ένδειξη για το πώς θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται στην πράξη το επενδυτικό πρόγραμμα που σχεδιάζουν να υλοποιήσουν οι Άραβες μέσω της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης.

Μπαταρίες και δύο ιδιόκτητοι υποσταθμοί

Η συμφωνία για τον «Ενιπέα» αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον από τον τρόπο με τον οποίο η Masdar σχεδιάζει την επόμενη φάση του έργου. Το φωτοβολταϊκό, ισχύος άνω των 550 MW, δεν πρόκειται να παραμείνει ένα αμιγώς έργο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς ο όμιλος δηλώνει ότι σχεδιάζει να το ενισχύσει με συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες.

Η Masdar δεν προσδιορίζει ακόμη την ισχύ και τη χωρητικότητα της αποθήκευσης που θα προστεθεί. Η επιλογή όμως έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά όπου οι περικοπές της πράσινης παραγωγής αυξάνονται και η δυνατότητα μεταφοράς της ενέργειας από τις ώρες υψηλής παραγωγής στις ώρες μεγαλύτερης ζήτησης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία.

Μαζί με το φωτοβολταϊκό, η συναλλαγή περιλαμβάνει και δύο ιδιόκτητους υποσταθμούς μέσω των οποίων το έργο συνδέεται με το Σύστημα Μεταφοράς. Πρόκειται για σημαντικό πλεονέκτημα σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στα ηλεκτρικά δίκτυα και η εξασφάλιση δυνατότητας σύνδεσης αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την ανάπτυξη νέων έργων ΑΠΕ.

Το έργο έχει συνολικό επενδυτικό κόστος 395,15 εκατ. ευρώ και έχει εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση 315,34 εκατ. ευρώ από τη Eurobank και το Ταμείο Ανάκαμψης. Από το συνολικό δάνειο, 170 εκατ. ευρώ προέρχονται από πόρους του RRF και 145,34 εκατ. ευρώ από τη Eurobank, η οποία είναι ο αποκλειστικός χρηματοδότης από την πλευρά των εμπορικών τραπεζών. Το υπόλοιπο 20% της επένδυσης, ύψους 79,82 εκατ. ευρώ, καλύπτεται με ίδια κεφάλαια της Lightsource bp.

Η εξαγορά τελεί υπό τις απαιτούμενες ρυθμιστικές εγκρίσεις και τους συνήθεις όρους ολοκλήρωσης, με τη Masdar να τοποθετεί το κλείσιμο της συναλλαγής έως το τέλος του έτους.

Η Masdar απέκτησε αρχικά το 70% της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή τον Νοέμβριο του 2024 και ολοκλήρωσε την απόκτηση του 100% τον Απρίλιο του 2025, σε μια συναλλαγή που αποτίμησε την ελληνική εταιρεία στα 3,2 δισ. ευρώ και αποτέλεσε τότε τη μεγαλύτερη ενεργειακή συμφωνία στο ελληνικό Χρηματιστήριο.

Η Khazna και το νέο στοίχημα των data centers

Πέρα όμως από την εξαγορά του ΕΝΙΠΕΑ, η Masdar επιχειρεί να συνδέσει την επέκτασή της στον τομέα της καθαρής ενέργειας με μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πηγές για την αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα με τη συμφωνία για το μεγάλο φωτοβολταϊκό υπέγραψε Μνημόνιο Κατανόησης με την Khazna Data Centers για την ανάπτυξη «πράσινων» data centers στην Ελλάδα.

Η Khazna είναι ένας από τους μεγαλύτερους hyperscalers ψηφιακών υποδομών στη Μέση Ανατολή. Με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, διαθέτει 30 data centers σε λειτουργία και χαρτοφυλάκιο συνολικής ισχύος 673 MW, ενώ επεκτείνεται διεθνώς με εγκαταστάσεις που προσανατολίζονται όλο και περισσότερο στις αυξημένες υπολογιστικές και ενεργειακές απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

Πίσω από την Khazna βρίσκεται η G42, ο μεγάλος τεχνολογικός όμιλος του Άμπου Ντάμπι με δραστηριότητα στην τεχνητή νοημοσύνη, το cloud και τις ψηφιακές υποδομές. Στο μετοχικό της κεφάλαιο έχουν επίσης εισέλθει ως στρατηγικοί μειοψηφικοί επενδυτές η MGX και η αμερικανική Silver Lake.

Η Khazna έχει ήδη αρχίσει να χτίζει παρουσία και στην Ευρώπη. Στην Ιταλία έχει συμφωνήσει με την Eni για την ανάπτυξη AI Data Center Campus ισχύος 500 MW κοντά στο Μιλάνο, στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδιασμού που μπορεί να φτάσει το 1 GW στη χώρα. Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν και τις τεράστιες ενεργειακές απαιτήσεις που συνοδεύουν τη νέα γενιά υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Στην Ελλάδα, η συνεργασία με τη Masdar προβλέπει τη διερεύνηση λύσεων που θα συνδυάζουν την ανάπτυξη των data centers με καθαρή ηλεκτροπαραγωγή και αποθήκευση. Η Khazna φέρνει την τεχνογνωσία στην ανάπτυξη και λειτουργία των ψηφιακών εγκαταστάσεων και η Masdar την εμπειρία στις ΑΠΕ και στις μπαταρίες.

Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης και του cloud αυξάνει με μεγάλη ταχύτητα τις ανάγκες των data centers σε ηλεκτρική ενέργεια, δημιουργώντας μεγάλα και σχεδόν συνεχή φορτία. Για τους παραγωγούς ΑΠΕ αυτό ανοίγει μια νέα αγορά μεγάλων καταναλωτών, οι οποίοι μπορούν να απορροφούν πράσινη παραγωγή μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων ηλεκτροδότησης.

Για την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή το πεδίο που ανοίγεται είναι επομένως ευρύτερο από την προσθήκη νέων MW στο χαρτοφυλάκιό της. Η πρόκληση είναι η μετάβαση από έναν ισχυρό ελληνικό παίκτη των ΑΠΕ σε μια περιφερειακή ενεργειακή πλατφόρμα, όπου νέα παραγωγή, αποθήκευση και μεγάλες καταναλώσεις ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούν να συνδέονται κάτω από τον ίδιο επενδυτικό σχεδιασμό.

Ο «Ενιπέας» είναι η πρώτη κίνηση. Το ερώτημα είναι πόσο από το επενδυτικό πρόγραμμα των 5,5 δισ. ευρώ θα κατευθυνθεί στην Ελλάδα και ποια θα είναι τα επόμενα έργα που θα μπουν κάτω από την ομπρέλα της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή.