Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Σε συμφωνία αποζημιώσεων ύψους έως 7,35 δισ. δολαρίων κατέληξε η αμερικανική 3M, προκειμένου να διευθετήσει αγωγές χιλιάδων πολιτών που υποστηρίζουν ότι αντιμετώπισαν προβλήματα υγείας εξαιτίας της μόλυνσης των υπόγειων υδάτων από τις λεγόμενες «παντοτινές χημικές ουσίες».

Η συμφωνία αφορά τη χρήση χημικών ενώσεων σε πυροσβεστικούς αφρούς και καταναλωτικά προϊόντα, οι οποίες έχουν συνδεθεί με σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία.

Η εταιρεία, με έδρα το Σεντ Πολ της Μινεσότα, ανακοίνωσε την Τρίτη ότι θα καταβάλει το ποσό σε διάστημα εννέα ετών, καλύπτοντας έως και 120.000 ενάγοντες που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν βλάβες από την έκθεσή τους σε υπερφθοριωμένες και πολυφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες, γνωστές ως PFAS, αναφέρει το AP.

Οι συγκεκριμένες χημικές ενώσεις έχουν εντοπιστεί σε υπόγεια ύδατα κοντά σε στρατιωτικές βάσεις, αεροδρόμια και άλλες εγκαταστάσεις, όπου χρησιμοποιούνταν πυροσβεστικοί αφροί για την αντιμετώπιση πυρκαγιών.

Η 3M δεν αναγνώρισε οποιαδήποτε ευθύνη για τη ρύπανση στο πλαίσιο της συμφωνίας.

Τι είναι τα «παντοτινά χημικά» και γιατί προκαλούν ανησυχία

Οι ουσίες PFAS έχουν αποκτήσει την ονομασία «παντοτινά χημικά» επειδή δεν διασπώνται εύκολα με φυσικό τρόπο στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο νερό, στο έδαφος και στους οργανισμούς.

Η έκθεση σε αυτές έχει συσχετιστεί με σοβαρά προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων βλάβες στο ήπαρ, διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Παράλληλα, οι συγκεκριμένες ουσίες χρησιμοποιούνται ευρέως στην παραγωγή αντικολλητικών προϊόντων και υλικών που παρουσιάζουν αντοχή στο νερό και στα λίπη, όπως ενδύματα και μαγειρικά σκεύη.

Ο πρόεδρος της 3M, Γουίλιαμ Μπράουν, χαρακτήρισε τη συμφωνία «σημαντικό ορόσημο», επισημαίνοντας ότι περιορίζει ουσιαστικά την αβεβαιότητα που συνδέεται με τις δικαστικές εκκρεμότητες της εταιρείας.

Δεν πρόκειται, πάντως, για την πρώτη μεγάλη οικονομική διευθέτηση της 3M σχετικά με τις PFAS.

Η εταιρεία έχει ήδη καταλήξει σε προηγούμενους συμβιβασμούς, μεταξύ των οποίων συμφωνία 450 εκατ. δολαρίων με την Πολιτεία του Νιου Τζέρσεϊ για αξιώσεις που σχετίζονται με τη ρύπανση φυσικών πόρων.

Επιπλέον, έχει συμφωνήσει να καταβάλει περισσότερα από 10 δισ. δολάρια σε δημόσια συστήματα ύδρευσης των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο ξεχωριστής διευθέτησης για τη μόλυνση του πόσιμου νερού.

Αντίστοιχες συμφωνίες έχουν συνάψει και άλλοι μεγάλοι παραγωγοί χημικών, όπως η DuPont de Nemours και οι εταιρείες Chemours και Corteva, που προέκυψαν από εταιρικούς διαχωρισμούς. Οι συμφωνίες αυτές αφορούν συνολικά αποζημιώσεις άνω του 1 δισ. δολαρίων.

Πώς θα καταβληθούν τα 7,35 δισ. δολάρια

Ο Φρεντ Τόμσον, δικηγόρος της δικηγορικής εταιρείας Motley Rice, η οποία συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις εκ μέρους των εναγόντων, χαρακτήρισε τη συμφωνία θετική εξέλιξη για χιλιάδες ανθρώπους που αναζητούν απαντήσεις και απόδοση ευθυνών εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.

Όπως επισήμανε, πολλοί από τους ενάγοντες χρειάζονται άμεσα οικονομική υποστήριξη προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους αυξανόμενους ιατρικούς λογαριασμούς και άλλες δαπάνες που συνδέονται με τα προβλήματα υγείας τους.

Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι πληρωμές θα ξεκινήσουν εντός του 2026 με αρχικό ποσό 50 εκατ. δολαρίων, ενώ από το 2028 έως και το 2033 προβλέπονται ετήσιες καταβολές που θα ξεπερνούν το 1 δισ. δολάρια.

Το τελικό ύψος των αποζημιώσεων θα εξαρτηθεί και από τη συμμετοχή των δικαιούχων στη διαδικασία.

Η 3M ενδέχεται να χρειαστεί να πραγματοποιήσει πρόσθετες πληρωμές εφόσον συμμετάσχει επαρκής αριθμός εναγόντων. Αντίθετα, εάν η συμμετοχή είναι πολύ περιορισμένη, η εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να ακυρώσει τη συμφωνία και να συνεχίσει τη δικαστική αντιπαράθεση.

Στο μικροσκόπιο οι βιομηχανίες και οι έλεγχοι στο πόσιμο νερό

Περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι κατασκευαστές προϊόντων που περιέχουν PFAS γνώριζαν τους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία πολύ πριν αυτοί γίνουν ευρέως γνωστοί.

Όπως επισημαίνουν, οι ίδιες ιδιότητες που καθιστούν τις συγκεκριμένες ουσίες ιδιαίτερα χρήσιμες στη βιομηχανία, κυρίως η εξαιρετική ανθεκτικότητά τους στη διάσπαση, είναι εκείνες που προκαλούν σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στον άνθρωπο και στο περιβάλλον.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) έχει θεσπίσει αυστηρά όρια για την παρουσία PFAS στο πόσιμο νερό που παρέχεται μέσω δημόσιων δικτύων ύδρευσης, επιβάλλοντας παράλληλα σχετικούς ελέγχους.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε ιδιωτικά πηγάδια, αφήνοντας εκτός του ίδιου πλαισίου προστασίας σημαντικό αριθμό νοικοκυριών.

Την ίδια στιγμή, μια μελέτη που θα μπορούσε να βοηθήσει τις ομοσπονδιακές ρυθμιστικές αρχές να εντοπίσουν ποιες βιομηχανίες απορρίπτουν τις συγκεκριμένες χημικές ουσίες μέσω των υγρών αποβλήτων τους παραμένει σε εκκρεμότητα εδώ και δύο χρόνια.

Η μελέτη αναμένει την ολοκλήρωση της εξέτασής της από το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου, καθυστερώντας την προσπάθεια για πληρέστερη καταγραφή των πηγών ρύπανσης.