Όταν μια χώρα όπως η Ελλάδα πρόκειται να δαπανήσει 30 δισ. ευρώ σε εξοπλιστικά προγράμματα για την άμυνά της, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι όπλα θα αγοράσει. Είναι και πόσο από αυτή τη δαπάνη μπορεί να μετατραπεί σε παραγωγή, τεχνογνωσία και δουλειά για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Και το πρόγραμμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πρώτα μεγάλα τεστ αυτής της νέας προσέγγισης.
Στο πρόγραμμα του Ελληνικού Θόλου, ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, προβλέπεται σημαντική ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, με στόχο τουλάχιστον 25% κάτι που σημαίνει 700 με 750 εκατ. ευρώ. Το ζητούμενο, όμως, είναι αυτό το ποσοστό να μην αντιμετωπιστεί ως ένας λογιστικός αριθμός, αλλά ως η αφετηρία για να δημιουργηθεί μια πραγματική ελληνική εφοδιαστική αλυσίδα.
Γιατί η αξία, όπως έχει επισημανθεί από πολλά στελέχη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, δεν βρίσκεται μόνο στο πόσα εκατομμύρια θα πάρουν οι ελληνικές εταιρείες από ένα πρόγραμμα. Βρίσκεται στο αν θα αποκτήσουν τεχνογνωσία, πιστοποιήσεις, παραγωγική εμπειρία και πρόσβαση σε διεθνείς αλυσίδες, αλλά και αν θα επενδύσουν πάνω σε αυτά ώστε να μπορούν να συμμετέχουν και στο επόμενο πρόγραμμα.
Το παράδειγμα των φρεγατών FDI που επέλεξε πρώτη η Ελλάδα είναι χαρακτηριστικό.
Η Ελλάδα ήταν ο πρώτος διεθνής πελάτης της Naval Group για τις FDI. Σήμερα το ίδιο πρόγραμμα περνά σε μια νέα φάση διεθνούς ανάπτυξης. Στις 31 Αυγούστου η Σουηδία υπέγραψε σύμβαση ύψους 4,3 δισ. ευρώ για την απόκτηση τεσσάρων FDI, δημιουργώντας ένα ακόμη μεγάλο εξαγωγικό πρόγραμμα για τη Naval Group.
Η ελληνική επιλογή, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο τις φρεγάτες που εντάσσονται στο Πολεμικό Ναυτικό. Αφορά μια διεθνή πλατφόρμα η οποία αποκτά νέους πελάτες και, μαζί με αυτούς, δημιουργεί δυνητικά νέες ευκαιρίες για όσες ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να μπουν στην παραγωγική της αλυσίδα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία που πρέπει να γίνει μάθημα για τα επόμενα εξοπλιστικά προγράμματα.
Η ελληνική βιομηχανική συμμετοχή στο πρόγραμμα των FDI ξεκίνησε σε χαμηλότερο επίπεδο, περίπου στο 12%, σύμφωνα με στοιχεία του ΥΠΕΘΑ.
Στην πορεία, ωστόσο, η Naval Group ανέπτυξε συνεργασίες με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και σήμερα περισσότερες από 70 ελληνικές εταιρείες έχουν ενταχθεί στην εφοδιαστική της αλυσίδα. Το σημαντικότερο είναι ότι ήδη από το 2022 ο γαλλικός όμιλος είχε αναδείξει τη δυνατότητα οι ελληνικές επιχειρήσεις να συμμετέχουν όχι μόνο στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά και σε μελλοντικά διεθνή και εξαγωγικά προγράμματα.
Η σουηδική παραγγελία κάνει σήμερα ακόμη πιο ορατή την αξία αυτής της συμμετοχής. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν ήδη πιστοποιηθεί και ενταχθεί στην εφοδιαστική αλυσίδα της Naval Group, το πραγματικό στοίχημα είναι εάν η συμμετοχή τους μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του ελληνικού προγράμματος και να μετατραπεί σε έργο και για τις επόμενες FDI που θα κατασκευαστούν για ξένους πελάτες.
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό μέρισμα της εγχώριας συμμετοχής: όχι μόνο ένα ποσοστό της ελληνικής παραγγελίας, αλλά μια θέση στη διεθνή παραγωγική αλυσίδα.
Ακριβώς αυτό είναι το μοντέλο που πρέπει να επιδιώξει η Ελλάδα εάν θέλει να αναπτύξει ένα πραγματικό και ανταγωνιστικό αμυντικό οικοσύστημα.
Πρέπει, λοιπόν, να επισημανθεί ότι εάν από την αρχή της συμφωνίας για τις FDI είχε τεθεί υψηλότερος και σαφώς συμφωνημένος στόχος ελληνικής συμμετοχής, μαζί με συγκεκριμένες υποχρεώσεις μεταφοράς τεχνογνωσίας, θα μπορούσαν δυνητικά να είχαν ενταχθεί ακόμη περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις στην παραγωγική αλυσίδα.
Και εφόσον αυτές αποκτούσαν πιστοποιήσεις και τεχνογνωσία για συγκεκριμένα συστήματα ή υποσυστήματα της FDI, θα είχαν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν έργο και στις επόμενες φρεγάτες που κατασκευάζονται για άλλους πελάτες.
Η σουηδική παραγγελία δείχνει ακριβώς γιατί αυτό έχει σημασία και το εξοπλιστικό πρόγραμμα μιας χώρας μπορεί να γίνει εισιτήριο για την αγορά μιας άλλης.
Το αρνητικό παράδειγμα των Rafale
Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για τα 24 Rafale, στην αρχική προμήθεια των οποίων δεν είχε ζητηθεί από ελληνικής πλευρά αντίστοιχης κλίμακας ελληνική βιομηχανική συμμετοχή από την κατασκευάστρια εταιρεία Dassault Aviation. Το μόνο που έγινε στη συνέχεια ήταν τον Απρίλιο του 2026 υπεγράφη μεταξύ της ΓΔΑΕΕ και της Dassault Aviation Εκτελεστική Συμφωνία για προγράμματα Ελληνικής Βιομηχανικής Συνεργασίας που αφορούν την υποστήριξη των Rafale.
Το παράδειγμα, ωστόσο, αναδεικνύει ακριβώς τη σημασία του έγκαιρου σχεδιασμού της εγχώριας συμμετοχής.
Η Ελλάδα έχει δαπανήσει περίπου 3,3 δισ. ευρώ για την απόκτηση των αεροσκαφών, ενώ το συνολικό κόστος μαζί με οπλισμό και τεχνική υποστήριξη έχει αποτιμηθεί περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ.
Τι θα σήμαινε, για παράδειγμα, εάν ήδη από την αρχική αγορά είχε ενσωματωθεί ένα ευρύτερο και δεσμευτικό πρόγραμμα ελληνικής βιομηχανικής συμμετοχής, το οποίο θα κάλυπτε όχι μόνο την υποστήριξη αλλά και παραγωγικό έργο, υποσυστήματα, ηλεκτρονικά, λογισμικό και πιστοποιήσεις ελληνικών επιχειρήσεων;
Αμιγώς ενδεικτικά, ένα υποθετικό ποσοστό 25% επί των περίπου 3,5 δισ. ευρώ αντιστοιχεί σε 875 εκατ. ευρώ δυνητικού βιομηχανικού έργου. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ένα αντίστοιχο ποσό θα επέστρεφε αυτούσιο στην ελληνική οικονομία. Δείχνει, όμως, το μέγεθος του παραγωγικού αντικειμένου που μπορεί να συνδέεται με μια μεγάλη εξοπλιστική προμήθεια όταν η βιομηχανική συμμετοχή σχεδιάζεται εξαρχής.
Και το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, εάν μια τέτοια συμμετοχή συνοδευόταν από μεταφορά τεχνογνωσίας και διεθνείς πιστοποιήσεις, το όφελος δεν θα σταματούσε στα 24 ελληνικά Rafale.
Ελληνικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν δυνητικά να διεκδικήσουν μεγαλύτερη θέση στην ευρύτερη εφοδιαστική αλυσίδα του Rafale, ενός μαχητικού που τα τελευταία χρόνια καταγράφει σημαντική εξαγωγική επιτυχία και παραγγελίες από σειρά χωρών.
Το μεγάλο στοίχημα της «Ασπίδας του Αχιλλέα»
Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Το 25% δεν πρέπει να γίνει απλώς ένας αριθμός που θα επιβεβαιωθεί στο τέλος του προγράμματος. Πρέπει από την πρώτη ημέρα να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες εταιρείες, συγκεκριμένο παραγωγικό έργο, μεταφορά τεχνολογίας, πιστοποιήσεις και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές. Το πρώτο θετικό είναι ότι ήδη ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας την ημέρα της υπογραφής των συμβάσεων ότι 19 ελληνικές εταιρείες έχει συμφωνηθεί να συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Γιατί σε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, το 25% αντιστοιχεί θεωρητικά σε ένα βιομηχανικό αντικείμενο της τάξης των 750 εκατ. ευρώ. Το πραγματικό όφελος, όμως, μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο εάν μέσα από αυτό το έργο ελληνικές επιχειρήσεις αποκτήσουν τεχνολογία και πιστοποιήσεις που θα τους επιτρέψουν στη συνέχεια να συμμετέχουν στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες των κατασκευαστών.
Όπως σημείωσε άλλωστε στο newmoney.gr και ο Τάσος Ροζολής, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να υλοποιήσει ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα, αλλά να δημιουργήσει μέσα από αυτό μια ισχυρή και ανταγωνιστική αμυντική βιομηχανία.
«Η εγχώρια συμμετοχή πρέπει να σχεδιάζεται από την πρώτη ημέρα κάθε προγράμματος, με σαφείς κανόνες, ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Το 25% δεν μπορεί να παραμείνει ένας διακηρυκτικός στόχος, αλλά πρέπει να αποκτήσει θεσμική υπόσταση και να μετράται με συγκεκριμένα κριτήρια. Η εμπειρία των Belharra δείχνει ότι όταν ελληνικές εταιρείες εντάσσονται σε διεθνείς αλυσίδες μπορούν να αποκτήσουν τεχνογνωσία και εξωστρέφεια. Τα δισεκατομμύρια των εξοπλιστικών πρέπει να αφήσουν πίσω τους παραγωγή, τεχνολογία, θέσεις εργασίας και, κυρίως, ελληνικές εταιρείες ικανές να διεκδικούν έργα στις διεθνείς αγορές», τόνισε.
Διαβάστε ακόμη
Αυτοκατανάλωση: το νέο στοίχημα για φθηνότερο ρεύμα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Οδηγός επιβίωσης: 10 δεξιότητες που πρέπει να αναπτύξετε στην εποχή της ΑΙ
Γκρίζα σύννεφα από τη νέα ενεργειακή κρίση (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
