Η BP βρέθηκε αντιμέτωπη με σφοδρή αντίδραση των μετόχων στην ετήσια γενική συνέλευση που έλαβε χώρα την Πέμπτη, καθώς οι επενδυτές αμφισβήτησαν τη στρατηγική της εταιρείας, τη διαφάνεια και τη στάση της απέναντι στα δικαιώματα των μετόχων. Μάλιστα, σφοδρή αντιπαράθεση σημειώθηκε με επίκεντρο την κλιματική πολιτική του ομίλου.

Καθώς η βρετανική ενεργειακή εταιρεία επιστρέφει στη βασική της δραστηριότητα, δηλαδή το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, απομακρυνόμενη από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την έγκριση της πλειοψηφίας των μετόχων σε δύο ιδιαίτερα κρίσιμες προτάσεις.

Οι προτάσεις αυτές θα επέτρεπαν τη διεξαγωγή αποκλειστικά διαδικτυακών γενικών συνελεύσεων και θα καταργούσαν δύο υποχρεώσεις γνωστοποίησης στοιχείων που σχετίζονται με το κλίμα και αφορούσαν ειδικά την εταιρεία. Για να εγκριθεί κάθε πρόταση απαιτούνταν ποσοστό 75% να ψηφίσει θετικά.

Σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα, ποσοστό 81,8% ψήφισε υπέρ της εκλογής του Άλμπερτ Μάνιφολντ στη θέση του προέδρου. Η εκλογή του βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής μετά την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου να μπλοκάρει πρόταση που είχε καταθέσει η ολλανδική ακτιβιστική ομάδα Follow This.

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου χρειάζονται τουλάχιστον 50% των ψήφων για να εκλεγούν, ενώ συνήθως εξασφαλίζουν ποσοστά στήριξης που προσεγγίζουν το 100%.

Ορισμένοι ακτιβιστές επενδυτές είχαν επισημάνει ότι ακόμη και ποσοστό 5% αρνητικών ψήφων κατά του Μάνιφολντ — ο οποίος βρίσκεται στη θέση του προέδρου μόλις από τον Σεπτέμβριο — θα συνιστούσε σοβαρή επίπληξη, ιδιαίτερα μετά το ιστορικό ποσοστό 24% αρνητικών ψήφων που είχε δεχθεί πέρυσι ο απερχόμενος πρόεδρος Χέλγκε Λουντ.

Πριν από τη γενική συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Σάνμπερι-ον-Τέιμς, στην κομητεία Σάρεϊ, το διοικητικό συμβούλιο της BP μπλόκαρε πρόταση της Follow This, η οποία θα υποχρέωνε την εταιρεία να παρουσιάσει σχέδια για τη δημιουργία αξίας προς όφελος των μετόχων σε μελλοντικά σενάρια πτώσης της ζήτησης για πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Η αμφιλεγόμενη αυτή απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις σε μερίδα επενδυτών. Δύο ισχυρές εταιρείες παροχής συμβουλών προς μετόχους, οι Glass Lewis και ISS, καθώς και ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων στην Ευρώπη, η Legal & General Investment Management, είχαν προτείνει στους μετόχους να ψηφίσουν αντίθετα από τις επιθυμίες της BP.

Μεγάλοι επενδυτές, όπως το νορβηγικό ταμείου πλούτου, Norges Bank Investment Management, είχαν στηρίξει τη διοίκηση της BP, όπως και αρκετές ακόμη προτάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

Η BP είχε αναφέρει ότι το διοικητικό της συμβούλιο, έπειτα από νομικές συμβουλές που έλαβε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρόταση της Follow This δεν ήταν έγκυρη και ότι, ακόμη κι αν εγκρινόταν στη γενική συνέλευση, δεν θα είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα.

«Όλες οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που σχετίζονταν με τις προτάσεις της φετινής γενικής συνέλευσης ελήφθησαν με καλή πίστη και με στόχο τη δημιουργία μιας πιο πολύτιμης BP για τους μετόχους μας», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο Μάνιφολντ.

Μιλώντας στο CNBC κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, ο ιδρυτής της Follow This, Μαρκ βαν Μπάαλ, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών «εξαιρετικά ντροπιαστικά» για την BP.

Ο Νικ Μαζάν, επικεφαλής στρατηγικής πετρελαίου και φυσικού αερίου στην κλιματική οργάνωση ACCR, δήλωσε ότι το αποτέλεσμα της γενικής συνέλευσης είναι «πρωτοφανές και δείχνει ότι οι επενδυτές έχουν κουραστεί από την έλλειψη κεφαλαιακής πειθαρχίας της BP και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα δικαιώματα των μετόχων».

«Αυτή η συλλογική επίδειξη δύναμης στέλνει σαφές μήνυμα στη νέα ηγετική ομάδα της BP: η εταιρεία πρέπει να αποδείξει ότι η σχεδιαζόμενη αύξηση των επενδύσεων στον τομέα upstream μπορεί να δημιουργήσει αξία για τους μετόχους», πρόσθεσε ο Μαζάν.

Η επικεφαλής της Woodside Energy, Μεγκ Ο’Νιλ, ανέλαβε καθήκοντα διευθύνουσας συμβούλου στις αρχές του μήνα.

Η μετοχή της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου εταιρείας καταγράφει άνοδο άνω του 33% από τις αρχές του έτους, ξεπερνώντας την επίσης βρετανική ανταγωνίστρια Shell, αλλά και τις αμερικανικές Exxon Mobil και Chevron κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Διαβάστε ακόμη

Sanofi: Με… προίκα έσοδα €4,2 δισ. από την ένεση Dupixent αναλαμβάνει καθήκοντα CEO η Μπελέν Γκαρίχο

Φλωρίδης: Έρχεται ρύθμιση για ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων βουλευτών μετά την άρση ασυλίας

Renault: Στα 12,5 δισ. ευρώ τα έσοδα παρά την πτώση της Dacia και τις πιέσεις στην αγορά EV

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα