Οι μεγαλύτερες χημικές εταιρείες της Γερμανίας προχωρούν σε αυξήσεις τιμών, καθώς προσπαθούν να διαχειριστούν το εκρηκτικό κόστος ενέργειας που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν, εξέλιξη που απειλεί να επιταχύνει τη διαδικασία αποβιομηχάνισης της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης.

Η BASF, η μεγαλύτερη στον κλάδο στην Ευρώπη, ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι αυξάνει τις τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά για βασικές αμίνες — που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα όπως απορρυπαντικά και επικαλύψεις — κατά περίπου 30%. Την ίδια ώρα, η εταιρεία ειδικών χημικών Lanxess ανεβάζει το κόστος ορισμένων υλικών έως και κατά 50%.

Οι κινήσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κύμα αυξήσεων από ομίλους του κλάδου, που είτε έχουν ήδη αυξήσει τις τιμές σε βασικές χημικές πρώτες ύλες, συντηρητικά και πολυμερή είτε έχουν προειδοποιήσει τους πελάτες τους για επικείμενες ανατιμήσεις, εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου.

Συγκεκριμένα, η Lanxess ανακοίνωσε αυξήσεις έως 35% στα επιβραδυντικά φλόγας και έως 50% στα πρόσθετα πλαστικοποίησης που χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ευκαμψίας των πλαστικών. Η Wacker Chemie γνωστοποίησε ότι σχεδιάζει αυξήσεις στις τιμές σιλικόνης και πολυμερών, όπως ρητίνες και πλαστικές σκόνες, χωρίς να δώσει συγκεκριμένα ποσοστά, ενώ Covestro και Evonik έχουν ήδη προχωρήσει σε ανατιμήσεις.

Η Lanxess, με έδρα την Κολωνία, υποστήριξε ότι οι αυξήσεις τιμών αντικατοπτρίζουν «σωρευτικές αυξήσεις κόστους», συμπεριλαμβανομένων εκείνων «για ενέργεια, κρίσιμες πρώτες ύλες και logistics εν μέσω συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εντάσεων». Η μετοχή της εταιρείας σημείωσε άνοδο άνω του 40% την περασμένη εβδομάδα, καθώς οι αγορές εκτιμούν ότι οι αυξήσεις τιμών θα ενισχύσουν την κερδοφορία της, την ώρα που οι ασιατικοί ανταγωνιστές πλήττονται από προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές στον Κόλπο.

Αντιστοίχως, ο διευθύνων σύμβουλος της Evonik, Κρίστιαν Κούλμαν, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι είναι «πολύ νωρίς για να ποσοτικοποιηθεί» ο αντίκτυπος της κρίσης στη Μέση Ανατολή, αν και η εταιρεία ενδέχεται να επηρεαστεί από επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. «Σε ορισμένους τομείς δραστηριότητας θα είναι δυνατό να μετακυλήσουμε αυτά τα κόστη στους πελάτες μας, τουλάχιστον εν μέρει, αλλά σίγουρα όχι σε όλους», σημείωσε.

Το κύμα αυξήσεων αναδεικνύει την εντεινόμενη πίεση στον κλάδο, που αποτελεί βασικό πυλώνα της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής, αν και ορισμένες εταιρείες ενδέχεται να αποκομίσουν βραχυπρόθεσμα ανταγωνιστικά οφέλη έναντι ασιατικών ανταγωνιστών, οι οποίοι εξαρτώνται περισσότερο από τον Κόλπο για πρώτες ύλες όπως η νάφθα και η μεθανόλη.

Εξάλλου, η κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί ένα νέο σοκ για έναν κλάδο που ήδη δοκιμάζεται από τότε που η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εκτόξευσε το ενεργειακό κόστος. Οι εταιρείες έχουν ήδη αντιδράσει με περικοπές περίπου 20.000 θέσεων εργασίας από το 2022 και περιορισμό επενδύσεων εντός της χώρας.

Οι δύσκολες συνθήκες ωθούν, πάντως, τους ευρωπαϊκούς ομίλους να επενδύουν εκτός Ευρώπης. Η BASF, που δραστηριοποιείται σε 93 χώρες, εγκαινίασε την Πέμπτη τη δεύτερη μονάδα παραγωγής χημικών τύπου Verbund στην Κίνα, ενώ αντιθέτως έχει ανακοινώσει περικοπές θέσεων εργασίας στη Γερμανία.

Διαβάστε ακόμη

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες

Οι Χούθι αλλάζουν τους κανόνες – Η ελληνική ναυτιλία ισορροπεί ανάμεσα σε κέρδη και ρίσκο

Παγκόσμια οικονομία: Πώς ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσει σε νέο σοκ (tweet)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα