Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, ένα εκτεταμένο νομοθέτημα που επιχειρεί να κλείσει ανοιχτά μέτωπα ετών στο επιχειρηματικό περιβάλλον, από τις αδειοδοτήσεις και την εποπτεία της αγοράς έως τον Αναπτυξιακό Νόμο και τη λειτουργία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ).
Πέρα από τον όγκο των διατάξεων, η ουσία του πολυνομοσχεδίου, που υπογράφει ο Υπ. Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, βρίσκεται σε μια συνεκτική δέσμη παρεμβάσεων που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ιδρύονται, λειτουργούν και ελέγχονται δεκάδες οικονομικές δραστηριότητες, μεταφέροντας το βάρος από την προέγκριση στον εκ των υστέρων έλεγχο, ξεκαθαρίζοντας αρμοδιότητες και μειώνοντας τον διοικητικό χρόνο και κόστος για τις επιχειρήσεις.
Σημαντική θέση στο νομοσχέδιο καταλαμβάνει ο Αναπτυξιακός Νόμος, ο οποίος δεν περιορίζεται σε τεχνικές βελτιώσεις εφαρμογής, αλλά επεκτείνεται με την ένταξη νέου καθεστώτος ενίσχυσης για επενδυτικά σχέδια στη βιομηχανία άμυνας και σε συναφείς στρατηγικούς τομείς, διευρύνοντας το πεδίο των επιλέξιμων επενδύσεων σε ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τις νέες προτεραιότητες βιομηχανικής πολιτικής.
Παράλληλα, το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει κρίσιμες ρυθμίσεις για τη βιομηχανία, την εφοδιαστική αλυσίδα και το ΓΕΜΗ, οι οποίες, αν και λιγότερο προβεβλημένες, αφορούν την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων και τη συμμόρφωσή τους με το θεσμικό πλαίσιο.
Την ίδια στιγμή, το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει και παρεμβάσεις που αγγίζουν άμεσα τη λειτουργία της αγοράς και την προστασία του καταναλωτή, με διατάξεις για τη διαφάνεια στις εμπορικές πρακτικές και την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών.
Ακολουθεί αναλυτική αποκωδικοποίηση των βασικών ενοτήτων του πολυνομοσχεδίου που θα είναι σε δημόσια διαβούλευση ως τις 13 Μαρτίου.
Αδειοδοτήσεις: Τερματίζονται τα μεταβατικά καθεστώτα και κλειδώνει το μοντέλο της γνωστοποίησης
Στον πυρήνα του πολυνομοσχεδίου βρίσκεται ένας νέος γύρος παρεμβάσεων στο πλαίσιο αδειοδότησης οικονομικών δραστηριοτήτων, με στόχο να κλείσουν οριστικά εκκρεμότητες ετών που είχαν προκύψει από την ατελή εφαρμογή του ν. 4442/2016. Παρά τις επανειλημμένες τροποποιήσεις των τελευταίων χρόνων, δεκάδες δραστηριότητες συνέχιζαν να λειτουργούν με μεταβατικά ή αποσπασματικά καθεστώτα, συχνά στηριγμένα σε εγκυκλίους και ερμηνευτικές οδηγίες, δημιουργώντας αβεβαιότητα τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τις αδειοδοτούσες αρχές.
Με τις νέες ρυθμίσεις, δραστηριότητες όπως οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, οι στέγες υποστηριζόμενης διαβίωσης ατόμων με αναπηρία, τα εκθεσιακά και συνεδριακά κέντρα, τα καταστήματα παροχής υπηρεσιών διαδικτύου (internet cafés), οι υπηρεσίες σολάριουμ, μη θεραπευτικού μασάζ και spa, καθώς και η στάθμευση και φύλαξη σκαφών στη στεριά, εντάσσονται ρητά και οριστικά στο καθεστώς της απλής γνωστοποίησης ή της έγκρισης λειτουργίας, με σαφώς καθορισμένους κανόνες.

Μάλιστα το πολυνομοσχέδιο ενοποιεί για πρώτη φορά σε ένα συνεκτικό πλαίσιο όλες τις κρίσιμες παραμέτρους της αδειοδότησης: καθορίζονται με σαφήνεια οι αρμόδιες αρχές ανά δραστηριότητα, αποσαφηνίζεται το ποιος αδειοδοτεί και ποιος ελέγχει, ενώ τερματίζεται το φαινόμενο του «πήγαινε–έλα» μεταξύ δήμων, περιφερειών και συναρμόδιων υπηρεσιών που συχνά οδηγούσε σε καθυστερήσεις ή αντικρουόμενες αποφάσεις.
Παράλληλα, τυποποιείται στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο και το καθεστώς των διοικητικών κυρώσεων, περιορίζοντας τις διαφορετικές ερμηνείες που ίσχυαν μέχρι σήμερα. Για κάθε δραστηριότητα προβλέπεται συγκεκριμένο πλέγμα συνεπειών σε περίπτωση παραβάσεων, από πρόστιμα έως αναστολή ή διακοπή λειτουργίας σε σοβαρές περιπτώσεις. Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις αποκτούν σαφέστερη εικόνα όχι μόνο για το πώς αδειοδοτούνται, αλλά και για το ρίσκο μη συμμόρφωσης, στοιχείο κρίσιμο για τον επιχειρηματικό σχεδιασμό.
Στην πράξη, η έναρξη λειτουργίας επιταχύνεται, καθώς η δραστηριότητα μπορεί να ξεκινήσει με γνωστοποίηση, χωρίς να προηγείται πολύμηνη διαδικασία προέγκρισης. Το βάρος μεταφέρεται στον εκ των υστέρων έλεγχο, χωρίς όμως να υποχωρεί ο ελεγκτικός ρόλος του κράτους. Αντίθετα, το νέο μοντέλο στηρίζεται στη λογική ότι η διοίκηση παρεμβαίνει όταν εντοπίζονται ουσιαστικές παραβάσεις, και όχι προληπτικά σε κάθε επιχειρηματική κίνηση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι ρυθμίσεις για τις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και τις δομές υποστηριζόμενης διαβίωσης ΑμεΑ, έναν τομέα με αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά και έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να συνδυάσει την απλοποίηση των διαδικασιών με ενιαίους και αυστηρούς κανόνες εποπτείας, απαντώντας τόσο στην ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων όσο και στην απαίτηση για ποιοτικές και ασφαλείς υπηρεσίες.
Συνολικά, οι παρεμβάσεις στις αδειοδοτήσεις αποτελούν θεσμικό κλείδωμα του μοντέλου “λειτουργώ με γνωστοποίηση – ελέγχομαι εκ των υστέρων”, μειώνοντας τον διοικητικό χρόνο και κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα καθιστώντας σαφέστερους τους κανόνες και τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης.
Βιομηχανία και εφοδιαστική αλυσίδα: Λιγότερη γραφειοκρατία στη λειτουργία και τον εκσυγχρονισμό των επενδύσεων
Στο ίδιο πνεύμα απλοποίησης των αδειοδοτήσεων, το πολυνομοσχέδιο παρεμβαίνει και στο πεδίο της βιομηχανικής δραστηριότητας και της εφοδιαστικής αλυσίδας, αντιμετωπίζοντας διοικητικά εμπόδια που δεν εμφανίζονταν κατά την είσοδο στην αγορά, αλλά στη φάση της λειτουργίας, της αναβάθμισης και του εκσυγχρονισμού των εγκαταστάσεων. Πρόκειται για ρυθμίσεις με άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο σε υφιστάμενες και νέες παραγωγικές επενδύσεις.
Κεντρική αλλαγή αποτελεί η κατάργηση του δελτίου βιομηχανικής κίνησης, ενός εργαλείου που είχε διατηρηθεί επί δεκαετίες, αλλά στην πράξη είχε απολέσει τον ελεγκτικό του ρόλο και λειτουργούσε κυρίως ως πρόσθετη γραφειοκρατική υποχρέωση για τις επιχειρήσεις. Το δελτίο αντικαθίσταται από το ψηφιακό δελτίο επιχειρηματικής δραστηριότητας, το οποίο εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ψηφιοποίησης της διοικητικής εποπτείας και συνδέεται με στοχευμένους, εκ των υστέρων ελέγχους.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι μεταποιητικές μονάδες απαλλάσσονται από την υποχρέωση νέας αδειοδότησης όταν προχωρούν σε αλλαγές ή εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού τους εξοπλισμού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται η κατηγορία επικινδυνότητας της δραστηριότητας. Η ρύθμιση αυτή λύνει ένα διαχρονικό πρόβλημα της βιομηχανίας, καθώς μέχρι σήμερα ακόμη και τεχνολογικές αναβαθμίσεις οδηγούσαν σε χρονοβόρες διαδικασίες εγκρίσεων, με καθυστερήσεις στην παραγωγή και πρόσθετο κόστος.
Σημαντικές αλλαγές επέρχονται και στο θεσμικό πλαίσιο της εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics). Το πολυνομοσχέδιο καταργεί ειδικές αρμοδιότητες αδειοδότησης που δημιουργούσαν επικαλύψεις μεταξύ υπηρεσιών, καθιστώντας πιο σαφές το ποιος έχει την ευθύνη αδειοδότησης και ελέγχου των σχετικών εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, τροποποιούνται όροι δόμησης και παρεκκλίσεις για εγκαταστάσεις αποθήκευσης και διανομής, προκειμένου να αρθούν εμπόδια που είχαν ανακύψει στην πράξη, ιδίως σε μεγάλα επενδυτικά σχέδια με αυξημένες απαιτήσεις χωροθέτησης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα Επιχειρηματικά Πάρκα Μεγάλης Μεμονωμένης Μονάδας, όπου βελτιώνεται το υφιστάμενο πλαίσιο, ώστε να διευκολυνθούν βιομηχανικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας που δεν εντάσσονται σε οργανωμένους υποδοχείς δραστηριοτήτων. Οι παρεμβάσεις αυτές μειώνουν τη νομική και διοικητική αβεβαιότητα σε έργα υψηλού κεφαλαιακού κόστους, τα οποία μέχρι σήμερα συχνά «κόλλαγαν» σε διαδικαστικά ζητήματα χωροθέτησης και αδειοδότησης.
Εποπτεία και έλεγχοι: Ξεκαθαρίζει το «ποιος ελέγχει τι» και βαραίνει η ευθύνη για τις παραβάσεις
Μετά τις αλλαγές στις αδειοδοτήσεις και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, το πολυνομοσχέδιο στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο αυτές εποπτεύονται και ελέγχονται, αναμορφώνοντας ένα πλαίσιο που επί χρόνια χαρακτηριζόταν από επικαλύψεις αρμοδιοτήτων, ασάφεια ρόλων και αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης. Με τις νέες διατάξεις, το υπουργείο Ανάπτυξης επιχειρεί να βάλει τέλος στο μοντέλο των αποσπασματικών ελέγχων, εισάγοντας σαφή ιεραρχία, συντονισμό και ευθύνη.
Το σχέδιο νόμου ορίζει ρητά τις αρχές οργάνωσης και συντονισμού της εποπτείας και τις αρχές εφαρμογής και διαχείρισης στους τομείς της ασφάλειας υποδομών και κατασκευών, της δημόσιας υγείας και, κυρίως, της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι κάθε πεδίο ελέγχου αποκτά συγκεκριμένο «κέντρο βάρους», περιορίζοντας το φαινόμενο όπου διαφορετικές υπηρεσίες παρεμβαίνουν χωρίς σαφή κατανομή ευθύνης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρύθμιση για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία, όπου καθορίζεται πλέον με σαφήνεια ως αρχή οργάνωσης και συντονισμού η αρμόδια διεύθυνση της Επιθεώρησης Εργασίας. Η πρόβλεψη αυτή κλείνει ένα θεσμικό κενό που υπήρχε εδώ και χρόνια, καθώς μέχρι σήμερα υπήρχε μεν κατ’ αρχήν συμφωνία για τον ρόλο της Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά όχι ξεκάθαρη αποτύπωση των αρμοδιοτήτων σε σχέση με τα συναρμόδια υπουργεία και τις επιμέρους ελεγκτικές υπηρεσίες.
Πέρα όμως από τον συντονισμό, το πολυνομοσχέδιο βαραίνει ουσιαστικά το πλαίσιο κυρώσεων, ιδίως σε ό,τι αφορά την ανάθεση εργασιών. Εισάγεται ρητή πρόβλεψη για την επιβολή κυρώσεων σε εργοδότες που αναθέτουν εργασίες σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή πιστοποίηση, μεταφέροντας την ευθύνη και στον αναθέτοντα και όχι μόνο στον άμεσο εκτελεστή. Η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για κλάδους με εκτεταμένη χρήση υπεργολαβιών, όπως οι κατασκευές, η βιομηχανία και οι τεχνικές υπηρεσίες, όπου μέχρι σήμερα η ευθύνη συχνά «διαχεόταν» κατά μήκος της αλυσίδας ανάθεσης.
Παράλληλα, το νέο μοντέλο εποπτείας ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, που μεταφέρει το βάρος στον εκ των υστέρων έλεγχο, χωρίς όμως χαλάρωση των συνεπειών. Αντίθετα, προβλέπεται σαφές πλέγμα διοικητικών κυρώσεων, από πρόστιμα έως αναστολή ή διακοπή λειτουργίας σε περιπτώσεις σοβαρών ή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων, με τους ελέγχους να διενεργούνται πλέον βάσει ενιαίου σχεδιασμού και προτεραιοποίησης κινδύνου.
Αναπτυξιακός Νόμος: Επέκταση με καθεστώς για τη βιομηχανία άμυνας και ξεμπλοκάρισμα της εφαρμογής
Πέρα από τις παρεμβάσεις στις αδειοδοτήσεις και τη λειτουργία των επιχειρήσεων, το πολυνομοσχέδιο κάνει βελτιώσεις και επεκτείνει τον Αναπτυξιακό Νόμο, εντάσσοντας για πρώτη φορά ειδικό καθεστώς ενίσχυσης για επενδυτικά σχέδια στη βιομηχανία άμυνας και σε συναφείς στρατηγικούς τομείς.
Η ρύθμιση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση επανατοποθετούν τη βιομηχανική πολιτική στο επίκεντρο, με έμφαση στην αμυντική αυτάρκεια, την παραγωγή κρίσιμου εξοπλισμού και την ενίσχυση των αλυσίδων αξίας. Με την ένταξη του νέου καθεστώτος, ο Αναπτυξιακός παύει να αφορά αποκλειστικά «παραδοσιακούς» κλάδους και αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα, ανοίγοντας τον δρόμο για χρηματοδότηση επενδύσεων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και εξαγωγικού προσανατολισμού.
Στο νέο καθεστώς περιλαμβάνονται επενδυτικά σχέδια που αφορούν, μεταξύ άλλων, την κατασκευή όπλων και πυρομαχικών, στρατιωτικών οχημάτων και οχημάτων μάχης, αεροσκαφών και συναφών μηχανημάτων, καθώς και εξοπλισμού και εξαρτημάτων για οχήματα και αεροσκάφη. Πρόκειται για κλάδους που μέχρι σήμερα κινούνταν εκτός του βασικού κορμού των ενισχύσεων, παρά το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον και τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες.
Πέρα όμως από τη διεύρυνση του πεδίου, το πολυνομοσχέδιο επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα από τα πιο συχνά προβλήματα του Αναπτυξιακού Νόμου, τη δυσκολία εφαρμογής και τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση και εκταμίευση των ενισχύσεων.
Με τις νέες διατάξεις, αποσαφηνίζονται διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τους ελέγχους, τις τροποποιήσεις επενδυτικών σχεδίων και τα χρονοδιαγράμματα, με στόχο να μειωθεί το διοικητικό βάρος και να περιοριστούν τα φαινόμενα «παγώματος» έργων σε ενδιάμεσο στάδιο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη που επιτρέπει ευελιξία στη δυναμικότητα των επενδυτικών σχεδίων, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά πλήρης διαδικασία τροποποίησης, καθώς και η απλοποίηση επιμέρους ελέγχων που είχαν αποδειχθεί χρονοβόροι και αποτρεπτικοί για επενδυτές. Στην πράξη, οι αλλαγές αυτές δίνουν μεγαλύτερα περιθώρια προσαρμογής των επενδύσεων στις συνθήκες της αγοράς, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η επιλεξιμότητα των ενισχύσεων.
ΓΕΜΗ: Παρατάσεις προθεσμιών, αλλαγές στη λειτουργία και ενίσχυση της θεσμικής εποπτείας
Σημαντικές, αν και λιγότερο προβεβλημένες, αλλαγές φέρνει το πολυνομοσχέδιο και στη λειτουργία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ), παρεμβάσεις που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα των επιχειρήσεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις δημοσιότητας και εταιρικής διαφάνειας.
Καταρχάς, το νομοσχέδιο προβλέπει παράταση των προθεσμιών καταχώρισης στο ΓΕΜΗ σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας που αφορούν τον λογιστή – φοροτεχνικό. Συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις νοσηλείας λογιστή Α΄ ή Β΄ τάξης, οι προθεσμίες που λήγουν εντός του πρώτου μήνα παρατείνονται έως το τέλος του επόμενου μήνα από την έκδοση του εξιτηρίου, ενώ εφόσον η νοσηλεία υπερβεί τις 30 ημέρες, η παράταση ισχύει έως το τέλος του επόμενου μήνα από τη συμπλήρωση του 30ημέρου. Σε περίπτωση θανάτου λογιστή, προβλέπεται παράταση έως το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από τον μήνα του γεγονότος. Πρόκειται για ρύθμιση που έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό κενό, καθώς μέχρι σήμερα οι επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με κυρώσεις για λόγους που δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Παράλληλα, ενισχύεται η λειτουργική αυτοτέλεια των Υπηρεσιών ΓΕΜΗ των επιμελητηρίων, καθώς ορίζεται ρητά ότι οι προϊστάμενοι των ΥΓΕΜΗ αποκτούν εξουσία τελικής υπογραφής για όλες τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας, με δυνατότητα εξουσιοδότησης υπαλλήλων για την έκδοση πιστοποιητικών και ανακοινώσεων. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η επιτάχυνση των διαδικασιών και η αποσυμφόρηση των υπηρεσιών, ιδίως σε περιόδους αυξημένου φόρτου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη ότι οι υπηρεσίες ΓΕΜΗ των επιμελητηρίων παρέχονται ανεξάρτητα από τυχόν οικονομικές εκκρεμότητες των επιχειρήσεων προς τα επιμελητήρια, αποσυνδέοντας στην πράξη την εταιρική δημοσιότητα από τη συνδρομητική σχέση των μελών. Η ρύθμιση αυτή απαντά σε χρόνιες αντιπαραθέσεις και διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στο ΓΕΜΗ δεν θα χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης ή έμμεσης κύρωσης.
Το πολυνομοσχέδιο εισάγει, επίσης, θεσμική διασύνδεση του ΓΕΜΗ με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), μέσω παροχής πρόσβασης σε στοιχεία εμπορικής δημοσιότητας, κατόπιν σύναψης σχετικού μνημονίου συνεργασίας. Η πρόβλεψη αυτή ενισχύει τον ρόλο του ΓΕΜΗ ως εργαλείου διαφάνειας και ελέγχου σε υποθέσεις που συνδέονται με ευρωπαϊκά κονδύλια και διασυνοριακές δραστηριότητες.
Τέλος, ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν το Μητρώο Αποκλεισμένων Διευθυντών, με σαφή προσδιορισμό της διάρκειας αποκλεισμού φυσικών προσώπων από τη διοίκηση εταιρειών, ανάλογα με τη βαρύτητα της καταδίκης, καθώς και με πρόβλεψη για αυτοδίκαιη διαγραφή μετά την παρέλευση του προβλεπόμενου χρόνου. Με τη ρύθμιση αυτή επιχειρείται να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν αμφισβητήσεις ως προς τη χρονική ισχύ των αποκλεισμών.
Διαβάστε ακόμη
Deutsche Bank – UBS: Σε ανοδική πορεία ο χρυσός – Σενάρια για 6.000 δολάρια
Bitcoin: Πέμπτος μήνας απωλειών με βουτιά 16% τον Φεβρουάριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.